Βασίλης Παραμανίδης: Με στόχο την… κορυφή!!!

Βασίλης Παραμανίδης: Με στόχο την… κορυφή!!!

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: ΘΕΜΗΣ ΠΕΤΑΛΩΤΗΣ

Ο Βασίλης Παραμανίδης, είναι γέννημα θρέμμα Σερραίος.

Είναι ο πρώτος Σερραίος μπασκετμπολίστας που έκανε το άλμα, από μια μικρή πόλη να βρεθεί στον Άρη και την Εθνική ομάδα, δίπλα στον Γκάλη και τα άλλα παιδιά.

Μεγάλωσε στις αλάνες της πόλης μας, παίζοντας ποδόσφαιρο, όπως και ο πατέρας του και αν δεν πήγαινε στο μπάσκετ, ίσως να ήταν ένα ακόμα ψηλό παιδί στις Σέρρες.

Όμως, μιας και κατά λάθος βρέθηκε στον Άρη, αναγκάστηκε να δουλέψει και να βρεθεί στην κορυφή του μπάσκετ, δίπλα στα ιερά …τέρατα!

Έπαιξε στην Εθνική ομάδα, συνδικαλίστηκε στο χώρο του αθλητισμού και είχε την ευλογία να ταξιδέψει όσο λίγοι.

Σήμερα ζει στις Σέρρες και προσπαθεί να δώσει στο μπάσκετ αυτό που του λείπει.

Διεξόδους για τα παιδιά και ίσως για τον ..ίδιο!

Οι παλαιοί τον θυμούνται καλά, μιας και όλοι μας λίγο ή πολύ την δεκαετία του ’80, κάθε Πέμπτη τον βλέπαμε στην τηλεόραση να παίζει μαζί με τον Γκάλη, τον Γιαννάκη και τους υπόλοιπους σε όλες τις πόλεις της Ευρώπης.

Οι νέοι θα τον γνωρίζουν μέσα από τις σελίδες του περιοδικού μας, μιας και φιλοδοξεί να δώσει όλα όσα ξέρει και μπορεί στην νεολαία.

Αυτός είναι ο στόχος, η χαρά και το όνειρο του.

S.P.: Πως πρωτοέπαιξες μπάσκετ εδώ στις Σέρρες;

Βασίλης Παραμανίδης: Εκείνα τα χρόνια δεν υπήρχαν οι πολυτέλειες, οι ακαδημίες με γήπεδα κλπ.

Εκείνα τα χρόνια «μιλούσε» η αλάνα. Ήμασταν εδώ στις γειτονιές και η αγάπη μας ήταν το ποδόσφαιρο, μιας και μεγαλώσαμε με τη γενιά του Κελεσίδη, του Στεφανίδη, του Στοιμένου, Φραγγόπουλου, Μπιτζίδη και του Ηλιάδη.

Ο μπαμπάς μου ήταν ένα όνομα γνωστό που έπαιξε στον Απόλλωνα στην θέση του σέντερ μπακ και χαρακτηριζόταν από το πολύ δυνατό του σουτ.

Ο Απόλλωνας και ο Ηρακλής ενωθήκαν μετέπειτα και κάνανε τον Πανσερραϊκό.

Ο πατέρας μου δεν με άφηνε να παίζω ποδόσφαιρο, αλλά εγώ έπαιζα με στους ερασιτέχνες του Πανσερραϊκού με άλλο δελτίο και άλλο όνομα. Και αυτό για ήμουν πάντοτε ψηλός, και λίγα ήταν τότε τα ψηλά παιδιά στη πόλη.

Μια μέρα που έπαιζα ποδόσφαιρο, με είδε ο Στάθης Καμαράκης που μόλις  είχε τελειώσει το στρατό και μάζευε άτομα για να κάνει ομάδα και μου είπε να πάω στο μπάσκετ.

Από τότε ξεκίνησα το μπάσκετ σε ηλικία 16 χρονών, με το αναπτυξιακό πρόγραμμα της Ομοσπονδίας.

Τότε δεν υπήρχαν παιδικά και εφηβικά τμήματα, και σημείο αναφοράς θεωρώ ότι είναι πως εγώ με τον Κατσούλη ήμασταν οι μόνοι που παίξαμε κατευθείαν στην Εθνική ανδρών. Βέβαια μας ακολούθησε στην νεότερη γενιά και ο Διαμαντίδης.

Από κει και πέρα και με την παράλληλη ενασχόλησή μου στο Λύκειο Ελληνίδων, καθώς το Λύκειο σου δίνει ρυθμό συντονισμό, πειθαρχία, πήρα πολλά καλά στοιχεία που μου χρειάστηκαν στο μπάσκετ.

Η ομάδα του Πανσερραϊκού τότε ήταν μια πολύ καλή ομάδα με πολύ μεγάλα ονόματα.

Οι Τατιτζικίδης, Δαμιανός, οι αδελφοί Ιλανίδη, ήταν πολύ καλοί παίχτες και όταν είσαι νέος και αναγκαστικά παίζεις με καλύτερους και με πιο έμπειρους παίχτες μαθαίνεις. Και αυτό είναι κανόνας.

Στη συνέχεια, είχαμε κάποιες επαφές με το μπάσκετ λόγω Τατιτζικίδη ο οποίος είχε περάσει ένα φεγγάρι από την ΑΕΚ.

Ο Νίκος είχε εκείνη την εποχή ένα πούλμαν που μας «φόρτωνε» και μας πήγαινε να παρακολουθήσουμε Γιουγκοσλάβικο και Παγκόσμιο μπάσκετ στο Βαμβακόφυτο.

Εκεί στο Βαμβακόφυτο βλέπαμε κάθε βδομάδα δεύτερο πρόγραμμα Γιουγκοσλαβίας και είδαμε τότε για πρώτη φορά στην τηλεόραση παγκόσμιο πρωτάθλημα και φυσικά Γιουγκοσλάβικο μπάσκετ.

Εκεί είδα για πρώτη φορά τον Μπέλοφ, τον Τσόσιτς, τον Κιτσάνοβιτς, τον Νταλιμπάκιτς και άλλους κορυφαίους παίκτες.

Επίσης μας πήγαινε με το λεωφορείο στο Παλαί ντε σπορ και εκεί είδα πρώτη φορά τον Γκούμα και είπα «τι παιχταράς είναι αυτός».

Σκέψου ότι επειδή ο Γκούμας φορούσε το Νο5 είπα ότι θα φορέσω κι εγώ το 5, και στον Πανσερραικό αυτό ήταν το νούμερο που τελικά έπαιζα.

Βλέπεις πόσο πολύ καλό είναι τα παιδιά να βλέπουν μπάσκετ και πολύ μεγάλους παίκτες;

Έ λοιπόν αυτό επιδιώκω και τώρα, να φέρνω τα παιδιά σε επαφή με μεγάλους παίκτες.

Οι Αμερικάνοι λένε «70% να βλέπεις και 30% να παίζεις», γιατί πρέπει να δεις αυτό που θαυμάζεις για να το φτάσεις και συ.

Αν δεν ονειρευτείς και δεν βάλεις ψηλούς στόχους δεν πρόκειται να προχωρήσεις.

Άρα είχαμε μια επαφή, ήμουνα αθλητικός τύπος, και κυρίως λόγω ύψους έπαιζα με παιδιά 4-5 χρόνια μεγαλύτερα από μένα και αυτές οι συνθήκες με δυνάμωσαν και με έκαναν καλύτερο.

Όσο είσαι λοιπόν με καλύτερους από εσένα συμπαίκτες, σε ανταγωνιστική ομάδα και με καλό προπονητή, γίνεσαι καλύτερος. 

Το νέο παιδί θέλει να βλέπει, να μαθαίνει κάθε μέρα, να ρουφάει σαν σφουγγάρι τις γνώσεις και είναι πολύ σημαντικό να του λες καινούργια πράγματα. Να μη σταματάς.

S.P.: Και ήρθε η ώρα να φύγεις από τις Σέρρες. Αλήθεια πως διάλεξες τον ΑΡΗ;

Β.Π.: Ήδη από την προηγούμενη χρονιά ήμουνα γνωστός σαν ταλέντο, μιας και ο Πανσερραϊκός έπαιξε σε διάφορα μπαράζ για να ανέβει κατηγορία και εκεί έτυχε σε ένα αγώνα να βάλω 44 πόντους με την Καβάλα.

Βέβαια στο επόμενο ματς έβαλα 6 πόντους με τον Πιερικό, γιατί δεν ξέραμε πώς να παίξουμε εναντίον ζώνης 1-3-1 ενώ είχαμε και μια εχθρική διαιτησία.

Για την μεταγραφή μου όμως στον Άρη, ο μόνος που «ευθύνεται» είναι ο μεγάλος μου «αδελφός» ο Γιώργος ο Σιδέρης.

Αρχικά ήταν να κλείσω στην ΑΕΚ και η αλήθεια είναι ότι ήμουνα για έξι μήνες στην Αθήνα για λογαριασμό της, μαζί με τον Γκέκο τον Μηνά και έναν άλλο πιτσιρικά της ίδιας ηλικίας, καθώς τότε ήθελε η ΑΕΚ να χτίσει μια καινούργια ομάδα.

Και ξαφνικά βλέπω ότι πήρε δύο μεταγραφές, τον Μπουγατσιώτη και τον Κανακάκη, δύο παιδιά της Εθνικής ομάδας που ήταν και 2 μέτρα και λογικά είδα ότι θα ήταν πολύ δύσκολο για μένα να παίξω και μάλιστα βασικός.

Οπότε πήρα την τσάντα μου και γύρισα πίσω.

Όμως, με ήξεραν και άνθρωποι από την Θεσσαλονίκη λόγω κλιμάκιου Εθνικής στην Βόρεια Ελλάδα και η αλήθεια είναι ότι ήθελα να πάω στον ΠΑΟΚ!

Ο Γιώργος Σιδέρης όμως λόγω φιλίας με τον Κούλη Μαραβέλια, τον τότε πρόεδρο του Άρη και οδοντίατρο στην Θεσσαλονίκη, και λόγω ποδοσφαίρου με έστειλε στον Άρη.

Την ίδια χρονιά, ο Πανσερραικός έδωσε στον Άρη και τον Κούλη τον Ζελίδη. Μόνο που ο Ζελίδης πήγε τις πρώτες μέρες των μεταγραφών και εγώ τις τελευταίες!

Αυτή η απόφαση ήταν πολύ ευνοϊκή για μένα, αφού πήγα σε ένα σωματείο με αρχές και αξίες, με τρομερή αίσθηση του μπάσκετ και φιλάθλους που ήξεραν και διψούσαν για το άθλημα.

Επίσης και ο προπονητής που υπήρχε τότε στον Άρη ήταν ένα φαινόμενο της εποχή,ς ο Ελληνοαμερικάνος  Χάρι Πάπας.

Είχε έρθει και την προηγούμενη χρονιά βέβαια για να με πείσει να πάω στον Άρη και καθόταν στην πλατεία, στο «Ανώτερο» το μπουγατσατζίδικο και περιμένοντάς με, έφαγε πέντε μπουγάτσες!

Τόσο πολύ του είχε αρέσει η Σερραϊκή ..πίτα, όπως την έλεγε.

S.P.: Και πας σε μια πραγματικά μεγάλη ομάδα. Πώς όμως καθιερώθηκες;

B.Π.: Την πρώτη χρονιά που πήγα δεν έπαιξε ούτε ο Ανανιάδης, γιατί υπηρετούσε στο στρατό και δεν πήρε άδεια, ενώ δεν έπαιξε και ο Παπαγεωργίου, γιατί είχε οικονομικά προβλήματα με τον Άρη και κάναμε στην αρχή του πρωταθλήματος σε εφτά αγώνες, εφτά ήττες!

Την χρονιά εκείνη είχα τον Ιωαννίδη συμπαίκτη. Σε ένα αγώνα λοιπόν μέσα στο Λεμάν, γιατί παίζαμε και στην Ευρώπη, ο βασικός μας σέντερ που είχαμε έκανε στην ομάδα ότι δεν μπορούσε να παίξει, γιατί απέναντι είχαμε δυο Αμερικανούς «θηρία»!

Ο κόουτς λοιπόν τότε με ρώτησε αν είμαι έτοιμος να παίξω.

Φυσικά και έπαιξα σε εκείνο το ματς, το οποίο βέβαια χάσαμε 98 – 46, και στο οποίο έβαλα 10 πόντους και από τότε δεν ξαναβγήκα από την πεντάδα.

Την επόμενη χρονιά ήρθε ο Ιωαννίδης προπονητής, γύρισε ο Παπαγεωργίου και ο Ανανιάδης και πήραμε το πρωτάθλημα!

Με Αλεξανδρή, Ανανιάδη, Σκόδρα, Χωλόπουλο, Παπαγεωργίου, Καλαντίδη πήραμε πρωτάθλημα μέσα στον Ολυμπιακό, κάνοντας δύο ήττες σε όλη την χρονιά. Πολύ μεγάλοι παίκτες ήταν ο Παπαγεωργίου και ο Αλεξανδρής, που έφτιαχναν την διαφορά, με αποτέλεσμα και όλοι μας και εγώ μαζί, να γίνομαι αγώνα με τον αγώνα πολύ καλύτερος, με τελικό αποτέλεσμα εκείνη την χρονιά να κληθώ και στην Εθνική ομάδα.

Προπονητής τότε στην Εθνική ομάδα ήταν ο Ρίτσαρντ Ντουκσάιρ που είναι για μένα ο αναμορφωτής του Ελληνικού μπάσκετ. 

Προηγήθηκαν βέβαια ο Ματθαίου και ο Μουρούζης που ήταν οι πυλώνες του Ελληνικού μπάσκετ, αλλά ο Ντουκσάιρ ήταν αυτός που έφερε καινούργια πράγματα στις προπονήσεις και τους αγώνες.

Τότε επί Ντουκσάιρ άλλαξα και εγώ θέση στην ομάδα και μεταπήδησα από την θέση του 4 σε εκείνη του 3, του σουτέρ!

Την επόμενη χρονιά το μπάσκετ έγινε πιο επαγγελματικό γιατί πάνω από όλα είχαμε την εμφάνιση στον Ελληνικό μπάσκετ του Νίκου Γκάλη.

Η πρώτη μεγάλη επιτυχία σε επίπεδο Εθνικής ομάδας όμως πριν το ’87, ήταν το 1979 στο SPLIT, όταν κερδίσαμε την τότε ενιαία Γιουγκοσλαβία και  πήραμε τους Μεσογειακούς αγώνες.

Δέκα μέρες νωρίτερα βέβαια, είχαμε κερδίσει τους Γιουγκοσλάβους στους βαλκανικούς αγώνες στο Καλιμάρμαρο στην Αθήνα μπροστά σε 40.000 κόσμο.

Να σκεφτείς ότι δεν πήραμε τους πάπυρους για την νίκη μας στο  SPLIT γιατί ήταν τόσο σίγουροι για το αποτέλεσμα, ώστε είχανε γράψει τους πάπυρους στα Σέρβικα με τα ονόματά τους και μετά τον αγώνα δεν μπόρεσαν να μας δώσουν τα διπλώματα.

Ποιος περίμενε ότι ο Γιαννάκης μέσα στο SPLIT  θα βάλει 32 πόντους;

Σκέψου μια ομάδα με Καστρινάκη, Κοκολάκη, Πετροπούλο, Γιατζόγλου, Κορωναίο, Γιαννάκη, Σακελαρίου, Κατσούλη, Καρατζουλίδη, Ανδρίτσα και Γκέκο.

Αυτή η επιτυχία βέβαια, ήταν και ο προάγγελος της επιτυχίας του ’87.

S.P.: Πάμε στην έλευση του Νίκου Γκάλη;

B.Π.: Ο Νίκ ήρθε στην Ελλάδα και μπήκε στο Παλαί στο ημίχρονο του αγώνα Άρης – Μακάμπι, με άφρο μαλλί, μια τεράστια ζώνη και μπότα καουμπόικη!

Στο πρώτο ματς με τον Ηρακλή δεν τα πήγε πολύ καλά, αφού έκανε τρία επιθετικά φάουλ και ήταν και άστοχος!

Αλλά εμείς που κάναμε προπόνηση μαζί του καθημερινά ξέραμε το τι θα επακολουθήσει!

Να σκεφτείς ότι ο Γκάλης ήταν φανταστικός και στην άμυνα, μόνο που στο τέλος της καριέρας του έπαιζε μόνο στην επίθεση!

Σκέψου ότι τον Γιατζόγλου τον έπαιξε άμυνα στο Παπαστράτειο και τον σταμάτησε στους 4 πόντους, ενώ στην επίθεση έβαλε 30-40 πόντους και χωρίς να υπάρχει τρίποντο!

S.P.: Και παρόλο που ήρθε ο Γκάλης ο Άρης δεν πήρε το πρωτάθλημα!

B.Π.: Προπονητής τότε ήταν ο Ίβκοβιτς που έφερε πολλά νέα πράγματα στην Ελλάδα και στο μπάσκετ.

Μας άλλαξε δηλαδή επίπεδο και πήγαμε από τις 4 προπονήσεις, στις 10 προπονήσεις την βδομάδα.

Κάναμε βάρη, ενδυνάμωση και έφερε τεράστιες τεχνικές.

Σκέψου ότι έβαλε πεντάδα τον 15χρονο τότε Ρωμανίδη, που μάρκαρε τον Καστρινάκη.

Χάσαμε τον πρώτο χρόνο το πρωτάθλημα από τον Παναθηναϊκό στην Αθήνα με τον Γκάλη να βάζει 6 πόντους μέσα στο τάφο του Ινδού.

Όταν ήρθε ο Ιωαννίδης, πήραμε το πρώτο πρωτάθλημα του Γκάλη στην Ελλάδα, με Γκάλη, Δοξάκη Φιλίπου, Ρωμανίδη και εμένα αρχηγό.

Την επόμενη χρονιά, χάσαμε στο μπαράζ στην Κέρκυρα παρότι είχαμε μια καταπληκτική πεντάδα με Γκάλη, Ανανιάδη, Γιαννουζάκο Φιλίππου και εμένα.

Δυστυχώς όμως κάποιοι ήθελαν να φύγει ο Ίβκοβιτς από τον Άρη για να έρθει ο Ιωαννίδης και το κατάφεραν.

Όταν ήρθε ο Ιωαννίδης, εγώ ήμουνα αρχηγός στην ομάδα και πήραμε το πρωτάθλημα, αλλά στο τέλος της χρονιάς με διώξανε, όπως έφυγε την προηγούμενη χρονιά ο τότε αρχηγός ο Ανανιάδης.

Βλέπεις πάντα την πληρώνουν οι εκάστοτε αρχηγοί των ομάδων, που ήμασταν και οι «επαναστάτες»!

Στο ματς με τον Παναθηναϊκό έβαλα 22 πόντους και ο Γκάλης 19 και το ματς έληξε 72-70.

S.P.: Πώς έγινε και ο Παραμανίδης έφυγε στο απόγειο της δόξας του;

B.Π.: Κάποια στιγμή θα έφευγα. Απλά έφυγα μια ώρα αρχύτερα.

Κάποια πράγματα δυστυχώς δεν πρέπει να τα λες κι ας είσαι και αρχηγός.

Αυτό το κατάλαβα βέβαια πολύ αργότερα, όταν έφυγα από την ομάδα, αλλά θεωρούσα τότε ότι σαν αρχηγός έπρεπε να ενδιαφέρομαι για όλη την ομάδα.

Κακώς βέβαια, αν κρίνω από το αποτέλεσμα, που ήταν η αποχώρησή μου από τον Άρη, εξαιτίας της ξεροκεφαλιάς μου και της ανασφάλειας του Ιωαννίδη.

Ο «ξανθός» ήταν άνθρωπος ανασφαλής, εγώ όμως τον στήριξα και φέρθηκα πολύ τίμια απέναντί του, πράγμα που το γνωρίζει και ο ίδιος.

Είχε την αίσθηση, όμως, ότι επειδή είχε τον Γκάλη στην ομάδα θα μπορούσε να τα κατακτήσει όλα, αλλά δυστυχώς και με τον Γιαννάκη στην ομάδα δεν κατάφερε να πάρει ο Άρης το Πρωτάθλημα που για μένα είναι μεγάλη αποτυχία!

Στην Ελλάδα βέβαια ο Άρης δεν είχε κανένα πρόβλημα να πάρει τίτλους, αλλά στην Ευρώπη έπρεπε να μην γίνουν αυτά τα λάθη για να πανηγυρίσουμε έναν Ευρωπαϊκό τίτλο.

Η ιστορία και το μπάσκετ χρωστάνε ένα Ευρωπαϊκό κύπελο στον Άρη που έφερε το μπάσκετ στα σπίτια όλης της χώρας.

S.P.: Άρα δεν είσαι υπέρ του αρνητικού προπονητή, όπως είναι ο Ιωαννίδης.

B.Π.: Ο Ιωαννίδης είχε πολλά καλά στοιχεία και ήταν καλός προπονητής, αλλά ανήκε σε μια γενιά με πολλές …ανασφάλειες.

Αυτή η γενιά επειδή πέρασε πολύ δύσκολα, δεν άφηνε τίποτα στην τύχη.

Προστάτευε με νύχια και με δόντια αυτό που θεωρούσε δικό του, είτε αυτές ήταν οι επιτυχίες, είτε αυτό ήταν παίκτες, είτε αυτό ήταν η …θέση του!

Αν βέβαια ήταν ο Ιωαννίδης τεχνικός διευθυντής στον Άρη και κάποιος άλλος προπονητής, τότε ο Άρης θα είχε πολύ καλύτερα αποτελέσματα. Ο Ιωαννίδης δεν ήθελε δίπλα του ανθρώπους με άποψη και έκανε ότι ήθελε στην ομάδα. Ξόδεψε πολλά εκατομμύρια, χωρίς τα ανάλογα αποτελέσματα και έκανε λάθη.

Λάθη που προσπάθησε να μην τα κάνει, αργότερα όταν πήγε στον Ολυμπιακό, ενώ πρέπει να τονίσω στα υπέρ του ότι ήταν άριστος ψυχολόγος!

Αλλά στο μπάσκετ έμεινε πίσω, μιας και δεν έφτιαξε καλούς συνεργάτες.

Βλέπεις, οι Γιουγκοσλάβοι πηγαίνουν σε ένα πρωτάθλημα δέκα προπονητές μαζί και ετοιμάζουν ένα πλάνο παιχνιδιού, ενώ ένας έχει το γενικό πρόσταγμα.

Στο Ιωαννίδη τέτοιες λογικές δεν υπήρχαν. Δεν ήταν δυνατόν να δεχθεί ο Ιωαννίδης άλλη άποψη έξω από την δική του, μόνο που εγώ θεωρώ ότι από μέσα από τις διαφωνίες βγαίνει μια και μάλιστα σωστή απόφαση.

Για αυτό πιστεύω ότι ο «ξανθός» δεν κατάφερε να πάρει ποτέ του ένα Ευρωπαϊκό πρωτάθλημα.

S.P.: Σταματάει ο Παραμανίδης από τον Άρη και πάει που;

B.Π.: Τότε ήταν τα πέτρινα χρόνια του μπάσκετ, όσον αφορά τις μεταγραφές των παιχτών.

Έπρεπε να είσαι 32 χρόνων και να συμπληρώσεις δώδεκα χρόνια στην ίδια ομάδα για να πάρεις μεταγραφή.

Εγώ στα 26 μου χρόνια δεν μπορούσα να πάρω μεταγραφή και τότε ήταν που καταφέραμε να δημιουργήσουμε τον σύνδεσμο των παικτών, με τον Φασούλα και τον Γιαννάκη και μάλιστα βγήκα δεύτερος σε ψήφους σε όλη την Ελλάδα.

Εκείνη την χρονιά για να παίξω, πήγα στον Φίλιππο Θεσσαλονίκης, μια μικρή ομάδα και μάλιστα με υποσχετική από τον Άρη και με μια μεγάλη εγγυητική, γιατί φοβόταν οι εκπρόσωποι του Άρη μην κατέβω είτε στον Παναθηναϊκό, είτε στον Ολυμπιακό.

Μάλιστα ο Φίλιππος εκείνη την χρονιά ανέβηκε στην Α2 και την επομένη ανέβηκε στην Α’ Εθνική.

Στην συνέχεια ήρθα για δύο χρόνια στις Σέρρες και έπαιξα στην Α2 Εθνική κατηγορία, προσπαθώντας να κρατήσουμε ψηλά την «σημαία» της πόλης μας.

Τότε το Σερραϊκό μπάσκετ ήταν σε μια φθίνουσα πορεία, παρότι είχε πολύ ταλέντο και πολύ καλούς παίκτες, που «θάφτηκαν» μπασκετικά στην πόλη μας.

Εν τω μεταξύ, ο Σύνδεσμος των παιχτών προχώρησε, με αποτέλεσμα μετά το 1987 οι παίχτες να αποκτήσουν το δικαίωμα να κάνουν συμβόλαια και τότε ήταν που άλλαξε ομάδα και ο Φασούλας και ο Γιαννάκης.

Δυστυχώς εγώ αυτό το τρένο δεν το πρόλαβα…

S.P.: Γιατί δεν εξελίχτηκε το Σερραϊκό μπάσκετ;

B.Π.: Εξελίχτηκε μέχρι ένα σημείο.

Αλλά δεν εξελίχτηκε όπως έπρεπε σε όλους τους τομείς.

Έλειψαν οι μεγάλοι παράγοντες, το μεγάλο γήπεδο, οι σπόνσορες, τα χρήματα γενικά.

Αν δεν έχεις σωστό γυμναστήριο πώς θα πας παραπέρα;

Και χωρίς χρήματα σε πολύ ψηλό επίπεδο δεν μπορείς να κάνεις τίποτα!

Το θέμα όμως δεν είναι το παρελθόν, αλλά το τι θα κάνουμε από εδώ και πέρα.

Αλλά που είναι οι πολιτικοί άρχοντες των Σερρών; Που είναι τα έργα;

Έχουμε να δούμε αθλητικό έργο από την εποχή του Αχιλλέα Καραμανλή!

Εγώ έφυγα το 1977 και γύρισα τώρα και είμαστε στο ίδιο σημείο!

Αλλά όλοι οι άλλοι είναι έτη φωτός μπροστά!

Και η Δράμα και η Ξάνθη, για να μην μιλήσω για την Πάτρα, την Ρόδο, το Ηράκλειο ή ακόμα και το Ρέθυμνο.

S.P.: Άρα χρειαζόμαστε πάνω από όλα υποδομές.

B.Π.: Πάνω από όλα θα πρέπει να αποκτήσουμε επαγγελματική νοοτροπία, γιατί μόνο έτσι μπορούμε όλοι να κερδίσουμε.

Άλλο να είσαι προπονητής, άλλο να είσαι παράγοντας, άλλο να παίζεις μπάσκετ και άλλο να παίζεις με το μπάσκετ.

Ο νομός μας πάντα έβγαζε ταλαντούχους παίχτες.

Βέβαια μας λείπουν τώρα τελευταία τα πολύ ψηλά παιδιά, αλλά και με αυτούς που έχουμε μπορούμε να πάμε μπροστά.

Άρα αν έχουμε υποδομές και σωστή καθοδήγηση θα έχουμε ανάπτυξη.

Το πρόβλημα εδώ στις Σέρρες είναι ότι τα παιδιά χάνονται μετά το τέλος του παιδικού και του εφηβικού πρωταθλήματος.

Αλλά και για αυτό υπάρχει λύση.

Το μπάσκετ έχει καταφέρει να παντρέψει αθλητισμό και επιστήμη!

Δεν υπάρχουν δηλαδή γιατροί που παίζουν σε ομάδες;

Δεν υπάρχουν επιστήμονες που είναι μέλη Εθνικών ομάδων;

Εδώ στις Σέρρες υπάρχει πρόβλημα μετάβασης από το παιδικό και το εφηβικό και αυτό πίστεψέ με θα αλλάξει τώρα με το Αριστοτέλειο Εκπαιδευτήριο. 

Με κλειστό γυμναστήριο, με σωστή συνεργασία γονιών, καθηγητών και παιδιών μπορούν να γίνουν…θαύματα!

S.P.: Υπάρχουν όμως τα χρήματα για αυτού του είδους την ανάπτυξη;

B.Π.: Με σωστό προγραμματισμό, θέληση, γνωριμίες, πίεση στα κέντρα αποφάσεων, σωστό τρόπο και φυσικά σωστούς επενδυτές μπορεί να γίνει το όνειρο πράξη.

Υπάρχουν και τα ανάλογα προγράμματα και οι άνθρωποι στις κατάλληλες θέσεις για να γίνει ένα σύγχρονο γήπεδο στο σχολείο μας και να γίνει το Αριστοτέλειο πυρήνας αποσυμφόρησης του κλειστού της κοιλάδας και όχι μόνο…

Θα δεις ότι σε λίγο καιρό θα έχουμε ένα σχολείο με επιτυχίες και στα μαθήματα και στον αθλητισμό γενικότερα και όχι μόνο στο μπάσκετ.

Από τα χέρια μου πέρασαν πολλά και καλά παιδιά, μιας και πιστεύω ότι με τον αθλητισμό, θα πάρουν όλα τα παιδιά τα κατάλληλα εφόδια για να γίνουν καλύτεροι επαγγελματίες, καλύτεροι επιστήμονες, καλοί αθλητές και γιατί όχι και .. πρωταθλητές!

Κανένας δεν έχασε από την ενασχόλησή του με τον αθλητισμό.

S.P.: Όταν μιλάμε για υποδομές ποιοι πιστεύεις ότι πρέπει να τις κάνουν αυτές τις υποδομές;

B.Π.: Βασικοί υπεύθυνοι είναι οι ταγοί της πόλης.

Οι Δημοτικοί άρχοντες και εδώ στην πόλη αλλά και στην περιφέρεια.

Οι άνθρωποι που θέλουν να αφήσουν την σφραγίδα τους στον τόπο και φυσικά θα πρέπει να είναι άνθρωποι που θα πρέπει να αγαπάνε τον αθλητισμό.

S.P.: Έχουμε όμως κλειστό γυμναστήριο στην Νιγρίτα, κλειστό γυμναστήριο στα Πορόια, κλειστό στην Ηράκλεια, κλειστό στο Σιδηρόκαστρο, κλειστό στην Ζίχνη και να μην έχουμε ένα καλό κλειστό γυμναστήριο στις Σέρρες;

B.Π.: Με το πρόγραμμα 2004 για την τοπική αυτοδιοίκηση, εμφανίστηκαν δεκάδες κλειστά γυμναστήρια σε όλη την Ελλάδα, όπως αυτό στα Πορόια, στο οποία κάναμε το τελευταίο μας τουρνουά, στο οποίο ήρθε και ο Ίβκοβιτς και μας τίμησε, πανέμορφα γήπεδα βέβαια που αν κάποια από αυτά λειτουργούσαν στις Σέρρες, η πόλη μας θα ήταν απίστευτη μπασκετικά, και θα είχαμε πολύ καλύτερα αποτελέσματα.

Αλλά δυστυχώς αυτά τα κλειστά στην επαρχία είναι άδεια, γιατί δεν υπάρχει κάποιος να τα συντηρήσει, κάποιος να μαζέψει τον κόσμο.

Τα παιδιά δεν πηγαίνουν και τα γήπεδα υπολειτουργούν.

Δεν υπάρχουν χρήματα ούτε για θέρμανση, ούτε για ζεστό νερό και δυστυχώς ή και ευτυχώς τα παιδιά πάνε βέβαια στον αθλητισμό, αλλά επιλέγουν την εύκολη λύση που είναι το ποδόσφαιρο.

Σκέψου ότι το κλειστό στα Πορόια ήταν έτοιμο από το 2004 και το λειτουργήσαμε εμείς τώρα με το τουρνουά μετά από 12 χρόνια!

Με δυο λόγια, η τοπική αυτοδιοίκηση από μόνη της, αν θέλει να αναλάβει τις ευθύνες της και με οικονομία πάντα, νομίζω ότι θα μπορέσει να λειτουργήσει τις υποδομές της και να κάνει την …έκπληξη.

Όπως την έκπληξη που έκανε ο Δήμαρχος Σιντικής ο κ. Δομουχτσίδης τις προάλλες, κάνοντας ένα τουρνουά υψηλού επιπέδου μαζεύοντας τις καλύτερες ομάδες από την Βόρεια Ελλάδα, όπως το Αριστοτέλειο Εκπαιδευτήριο, τον Άρη, τον Μαντουλίδη και τη ΧΑΝΘ με επίσημο καλεσμένο μια μορφή του Παγκόσμιου μπάσκετ, τον κ. Ίβκοβιτς.

Σήμερα, θεωρώ ότι θα είναι πολύ μεγάλη επιτυχία για την δική μας δημοτική αρχή να καταφέρει στην Ομόνοια να τελειώσει το κλειστό κολυμβητήριο, γιατί και εκεί υπάρχει τεράστιο πρόβλημα.

Και στην κολύμβηση είχαμε πάντα, από την δεκαετία του ’60 μεγάλες διακρίσεις και τώρα τελευταία και στην συγχρονισμένη κολύμβηση.

Και επιτέλους πρέπει να κάνει μια προσπάθεια ο Δήμος να ξεκινήσει επιτέλους το καινούργιο κλειστό γυμναστήριο της πόλης.

Ένα κλειστό όπως αυτό της Πάτρας, ή της Δράμας ή και της Ξάνθης.

Δεν είναι δυνατόν να είμαστε τόσο πολύ πίσω. 

Μας το χρωστάει η ίδια η πολιτεία! 

Και θέλουμε και δυο – τρία προπονητήρια για να προπονούνται τα ταλέντα του νομού μας.

Έτσι και οι επιχειρηματίες θα δουν ότι υπάρχει ενδιαφέρον επιχειρηματικό και ότι πιάνουν τα χρήματά τους τόπο.

Σήμερα υπάρχει κορεσμός.

Πληρώνουν οι ίδιοι και οι ίδιοι χωρίς κανένα αποτέλεσμα.

Άρα πρέπει οι διοικήσεις να προωθήσουν το παραγόμενο προϊόν, να γίνει το μπάσκετ πιο ελκυστικό.

S.P.: Έχουμε παίχτες καλούς, προπονητές καλούς, αλλά παράγοντες που να έχουν προχωρήσει σε Πανελλήνιο επίπεδο δεν έχουμε.

B.Π.: Για να εξελιχθεί κάποιος σε οποιοδήποτε τομέα πρέπει να δει καινούργιες παραστάσεις.

Όταν για παράδειγμα είσαι προπονητής και τριάντα χρόνια βρίσκεσαι στο ίδιο μέρος δεν πρόκειται να εξελιχτείς.

Αν δεν δεις μεγάλους προπονητές και δεν δουλέψεις μαζί τους δεν θα πας ένα βήμα παραπέρα.

Και χωρίς επιμόρφωση δεν πρόκειται να πάει κανείς παραπέρα.

Το ίδιο ισχύει και για τους παράγοντες.

Και αυτοί πρέπει να επιμορφωθούν και να συμμορφωθούν με το ρόλο τους.

Με την εξέλιξη στον χώρο βέβαια, θα αλλάξουν τα πράγματα, θα εμφανιστούν καινούργια πρόσωπα και θα χρησιμοποιηθεί φυσικά και η εμπειρία των παλαιότερων.

Θα εμφανιστεί μια καινούργια γενιά παικτών και προπονητών με υψηλότερη ικανότητα, καλύτερη Παιδεία και από αυτό το «πάντρεμα» θα πάρουμε και καλύτερα αποτελέσματα.

Άρα χρειαζόμαστε υποδομές, προπονητές, παράγοντες και χορηγούς, που θα δώσουν την νέα πνοή που χρειαζόμαστε αν θέλουμε να πάμε σε ένα υψηλό επίπεδο.

Στην Αμερική για παράδειγμα όσοι προπονητές ασχολούνται με τους νέους είναι και οι πιο καλά αμειβόμενοι.

Αντίθετα με εμάς βέβαια, που χρησιμοποιούμε ανθρώπους χωρίς γνώσεις, χωρίς παιδεία και χωρίς μόρφωση.

Βέβαια θα πρέπει να υπάρχει πάντα αγαστή συνεργασία με τους γονείς και πάνω από όλα… ειλικρίνεια.

S.P.: Γιατί τα τελευταία χρόνια τα δικά μας παιδιά δεν προχωράνε; Είναι ζήτημα γνωριμιών, παικτών ή προπονητών;

B.Π.: Το μπάσκετ διαφέρει από την πολιτική, γιατί ο αθλητισμός είναι αξιοκρατικός!

Στον αθλητισμό βάζεις το σορτσάκι σου και μπαίνεις στο γήπεδο.

Αν είσαι καλός θα παίξεις, αν δεν είσαι θα κάτσεις στον πάγκο και για να παίξεις θα πρέπει να κάνεις σκληρή προπόνηση.

Σε υψηλό επίπεδο δεν χωράνε «χατιράκια».

Οι γνωριμίες μπορεί να υπάρχουν στα κλιμάκια των παίδων, γιατί στην Ελλάδα ζούμε, αλλά σε ψηλό επίπεδο θα πρέπει να έχεις τα ανάλογα προσόντα και να το λέει η καρδιά σου.

Κανένας προπονητής δεν θα πάρει στην ομάδα του παίχτες με τους οποίους δεν μπορεί να κερδίσει.

Και οι προπονητές σήμερα είναι η πιο εξελιγμένη κατηγορία στον χώρο του μπάσκετ.

Πάρτε παράδειγμα τον Ιτούδη. Ξεκίνησε από το ΤΕΦΑΑ στην Κροατία και δείτε που έφτασε.

Τα ίδια και ο Μπαρτζώκας και τα λέω γιατί και οι δυο τους δεν ήταν ποτέ μεγάλοι παίχτες, ούτε είχαν γνωριμίες, αλλά μέσα από την σκληρή δουλειά τους αναδείχθηκαν..

Έτσι είναι ο αθλητισμός.

Επενδύεις σε χρόνο και προσπάθεια και …απολαμβάνεις στην συνέχεια το αποτέλεσμα των κόπων σου.

S.P.: Αλήθεια, εσύ πως «έμπλεξες» με το Αριστοτέλειο Εκπαιδευτήριο;

B.Π.: Τα καλύτερα χρόνια μου σε παραγωγική εργασία τα πέρασα στα εκπαιδευτήρια Μαντουλίδη με το school basketball, όταν είχα την μπασκετική ευθύνη των παιδιών για μια δεκαετία.

Ο ίδιος Μαντουλίδης μου έμαθε όταν είχα προβλήματα με τα παιδιά και την συμπεριφορά τους, να πηγαίνω στην μαμά και τον μπαμπά!

Και να ελέγχω την κατάσταση της οικογένειας.

Λοιπόν, αυτό έκανα και αυτομάτως λυνόταν τα προβλήματα.

Γιατί εκεί είναι το μυστικό. 

Στην αγαστή συνεργασία παικτών, οικογένειας και προπονητή.

Αν δει κάποιος τους γονείς κάποιου παιδιού θα καταλάβει και αν θα γίνει το παιδί καλός παίχτης και επίσης θα διαπιστώσει αμέσως αν υπάρχουν προβλήματα στο σπίτι που «τρενάρουν» την εξέλιξή του. Σήμερα βέβαια το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι η επαγγελματική αποκατάσταση, καθώς πολλά παιδιά δεν γνωρίζουν ότι έχουν και άλλες λύσεις. Γιατί για μένα λύση είναι και η Αμερική, καθώς εδώ το σύστημα δεν προχωρά.

Αν έχουμε όμως ένα καλό μαθητή, που έχει μέλλον στην εκπαίδευση, τότε αυτό το παιδί έχει την δυνατότητα να πάει και με υποτροφία σε κάποιο από τα Πανεπιστήμια της Αμερικής. Εκεί θα εξελιχθεί και ως παίχτης και ως άνθρωπος. Αν μπορεί να παίξει, θα παίξει και φυσικά θα τελειώσει και ένα Πανεπιστήμιο που όμοιό του δεν θα υπάρχει πουθενά.

Άρα στο τέλος θα έχουμε ένας λαμπρό επιστήμονα με …διεξόδους!

Ο συνδυασμός παίκτη και επιστήμονα είναι ο καλύτερος, μιας και τα δικά μας τα παιδιά τα «ψάχνουν» και στην Ευρώπη και στην Αμερική. Αυτή δεν είναι μια ευκαιρία;

S.P.: Ποιος είναι ο παίκτης που θα θυμάσαι για πάντα; Ποιος είναι αυτός που σε δυσκόλεψε;

B.Π.: Συνήθως τότε δεν μας δυσκόλευαν οι αντίπαλοι αλλά οι …συμπαίκτες!

Ναι, είναι ευλογία να έχεις συμπαίκτη τον Γκάλη, αλλά θυμάμαι ότι ήταν και πολύ…δύσκολος!

Από αυτόν «διαβάζαμε» τις περίτεχνες ενέργειες, μάθαμε να βλέπουμε την πάσα, να περιμένουμε την δύσκολη και την περίτεχνη ενέργεια.

Κάποτε στον Άρη παίζοντας αντίπαλοι με τον Ιωνικό Νικαίας, παρότι όλη η ομάδα μάρκαρε τον Παναγιώτη Γιαννάκη, αυτός έβαλε στο ματς 73 πόντους!

Η κανονική διάρκεια του ματς έληξε 100 -100.

Γυρνάω τότε στον Ίβκοβιτς και του λέω, «Κόουτς δεν καθόμαστε στον πάγκο να το ευχαριστηθούμε κιόλας;»

Όμως στην παράταση κερδίσαμε 114 -113 και έβαλα τους 12 από τους 14 πόντους της παράτασης, γιατί έτσι είναι ο αθλητισμός.

Αλλά ο πιο δύσκολος αντίπαλος τότε στο Ελληνικό πρωτάθλημα ήταν ο Στεργάκος του Παναθηναϊκού.

Από ξένους βέβαια ήταν πάρα πολλοί οι …δύσκολοι!

Για να καταλάβεις πόσο καλύτεροι από εμάς ήταν οι ξένοι παίκτες, θα σου πω μόνο ότι όταν κάναμε προετοιμασία στην τότε Γιουγκοσλαβία, όντας πρωταθλητές Ελλάδος, χάναμε με 40 πόντους από ομάδες Β’ Εθνικής!

Εκεί όλοι τους ήταν καλύτεροι από μας!

Πολύ δύσκολος ήταν ο Σόλμαν από την Σερβία, κόντρα στο οποίο έβαλα 30 πόντους, ο οποίος βέβαια μας έβαλε κάποτε σε ένα ημίχρονο 40 πόντους!

S.P.: Γιατί δεν έγινες προπονητής σε κάποια ομάδα;

B.Π.: Όταν ηλικιακά έπρεπε να κάνω τον προπονητή, αποφάσισα να αναλάβω τις σχολές του Μαντουλίδη και εκεί βρήκα την δουλειά που πραγματικά με γέμιζε.

Άρα έκανα και τον προπονητή και τον …παιδαγωγό! 

Έζησα λοιπόν την ευγνωμοσύνη και των παιδιών και των γονιών, για πάρα πολλά χρόνια και αυτό με έκανε να αισθάνομαι πολύ όμορφα! Μεγάλωσα πολλές γενιές παιδιών, παιδιών που έμαθαν μαζί μου να γίνονται παίχτες, προπονητές, επιστήμονες.

Κέρδισα την αγάπη και τον σεβασμό τους και αυτό είναι κάτι που δεν μπορώ να το ξεχάσω. 

Βέβαια εγώ ξεκίνησα και εκπαιδεύτηκα για να κάνω τον προπονητή, αλλά λίγο ο χαρακτήρας μου, λίγο η έλλειψη υπομονής που με χαρακτήριζε, με έκαναν να συγκρουστώ με τους παράγοντες, που την εποχή εκείνη ήταν σε χειρότερο από το σημερινό επίπεδο.

Επίσης δεν είχα την κατάλληλη καθοδήγηση.

Θα μου πεις δεν είχα ευκαιρίες;

Είχα, πως δεν είχα;

Ο ίδιος ο Ντουκσάιρ μου έβγαλε κάποτε μια μεγάλη υποτροφία σε Αμερικάνικο Πανεπιστήμιο και συγκεκριμένα στο Μαιάμι, αλλά εγώ προτίμησα την σιγουριά της Ελλάδος!

Εκεί έπρεπε να ξεκινήσω από την αρχή, πράγμα πολύ δύσκολο, μιας και τότε είχα δικό μου αυτοκίνητο, δικό μου σπίτι, δουλειά και λεφτά και μάλιστα στα …σίγουρα!

Οπότε όντας παίκτης και μάνατζερ του εαυτού μου πήρα και εγώ λάθος αποφάσεις για το μέλλον μου.

Δεν έχω όμως παράπονο.

Είδα όλο τον κόσμο μέσα από το μπάσκετ, πήρα αμέτρητες χαρές και πολλή ευγνωμοσύνη.

Έχω μνήμες ζωής που πραγματικά με γεμίζουν.

Είναι προτιμότερο από τα δέκα διαμερίσματα που θα πρέπει να έφαγα, στην εκπαίδευση που έκανα στην Ρωσία, την Σερβία και τον Καναδά, όλα αυτά τα χρόνια.

Βέβαια έχω γλιτώσει σήμερα από τον …ΕΝΦΙΑ!

Δεν είναι και λίγο!

S.P.: Να πάμε στο Αριστοτέλειο και στην προσπάθεια που ξεκίνησες φέτος με αυτό;

B.Π.: Η προσπάθεια ξεκίνησε από τους ίδιους τους ανθρώπους του Αριστοτέλειου, που παρά την οικονομική κρίση που υπάρχει, αποφάσισαν να κάνουν την ..υπέρβαση!

Το Αριστοτέλειο βέβαια πάντα είχε παράδοση στον Αθλητισμό και με το χάντμπολ και με την κολύμβηση. Τώρα πάμε να κάνουμε αυτό που γίνεται εδώ και δύο δεκαετίες στα ιδιωτικά σχολεία στην Αθήνα και την Θεσσαλονίκη.

Αυτά τα σχολεία επωφελούνται από κάποια «μπόνους» που υπάρχουν για την εισαγωγή παιδιών στο Πανεπιστήμιο, όταν τα παιδιά φτάνουν σε τελική φάση.

Στις Σέρρες ξεκινήσαμε φέτος και πήραμε ότι καλύτερο μπασκετικό υλικό υπήρχε.

Πήραμε παιδιά από τους Ικάρους, τον Πανσερραικό, την Νιγρίτα και το Σιδηρόκαστρο, αλλά ακόμα υπάρχει δυσκολία για να συναγωνιστούμε άλλες ομάδες σε όλη την Ελλάδα, μιας και η δική μας η δεξαμενή από την οποία παίρνουμε παίκτες είναι πολύ μικρότερη. Αλλά υπάρχει θέμα και με τις υποδομές.

Έχω δίπλα μου τον Κώστα τον Μάρκου, ένα Σερραίο προπονητή με περγαμηνές σε σχολικά πρωταθλήματα και θέλω να πιστεύω ότι θα λυθεί και το θέμα με τις υποδομές

Και αυτό, γιατί αποφασίστηκε να επενδύσει το σχολείο σε ένα νέο κλειστό γυμναστήριο, που θα δώσει ανάσα όχι μόνο στο σχολείο, αλλά και στο ίδιο το Σερραϊκό μπάσκετ.

Θα «βγουν» και από το ίδιο το σχολείο και άλλοι νέοι προπονητές και θα δείτε στην πόλη μας και στο Αριστοτέλειο ανθρώπους που έχουν γράψει ιστορία στο Παγκόσμιο μπάσκετ.

Έτσι θα δοθεί και ένα τέλος στις όποιες ανασφάλειες και στους φόβους των «μονίμων» προπονητών χωρίς εξειδίκευση και γνώσεις που έμαθαν μόνο να παίρνουν από την τοπική κοινωνία.

Αυτό βέβαια θεωρείται «κεκτημένο» που μόνο αυτοί βλέπουν και όχι το ίδιο το Σερραϊκό Μπάσκετ. Εμείς από εκεί που είμαστε μόνο πάνω μπορούμε να πάμε, με στόχο βέβαια την… κορυφή!

Γιατί αυτήν αξίζουμε να κατακτήσουμε!

S.P.: Ποια είναι η μπασκετική σου θεωρία;

B.Π.: Ξέρεις κάποτε ρώτησαν τον Γκρέγκ Πόποβιτς τον προπονητή των San Antonio Spurs ποιες είναι οι πιθανότητες να κερδίσει το πρωτάθλημα; Και εκείνος τους απάντησε πως δεν ξέρει ποιες είναι οι πιθανότητες,γιατί αυτές δεν αποτελούν προτεραιότητες στην ζωή του.

«Θα ήμουν πολύ πιο χαρούμενος, είπε, αν ήξερα ότι οι παίχτες μου θα έκαναν την κοινωνία καλύτερη, πως θα έκαναν σωστές οικογένειες και θα ενδιαφερόντουσαν για τους ανθρώπους γύρω τους. Αυτό σίγουρα θα μου έδινε μεγαλύτερη ευχαρίστηση από τον τίτλο»

Και εγώ αυτής της άποψης είμαι.

Ναι και εγώ θέλω τα πρωταθλήματα, αλλά θέλω τα παιδιά τα «δικά» μου να είναι πειθαρχημένα και σωστά προετοιμασμένα, με σωστή παιδεία και πάνω από όλα σεβασμό.

Τότε και μόνο τότε θα μπορέσουν να διεκδικήσουν τα …πάντα!

Και θα κάνουν και την κοινωνία μας καλύτερη!

Εδώ σχολιάζεις εσύ!

comments

Related posts

More in Αθλητικά, Συνεντεύξεις
Σπύρος Νικολαΐδης: «Nα κυνηγάμε πάντα τα όνειρα μας»

S.P:Πως σου ήρθε η ιδέα και ποιες συνθήκες...

Close

Powered by e-vima.gr e-vima.gr e-vima.gr e-vima.gr e-vima.gr e-vima.gr