61 ΧΡΟΝΙΑ ΜΑΡΙΝΕΛΛΑ: «Η ΦΩΝΗ ΕΝΟΣ ΘΡΥΛΟΥ»

61 ΧΡΟΝΙΑ ΜΑΡΙΝΕΛΛΑ: «Η ΦΩΝΗ ΕΝΟΣ ΘΡΥΛΟΥ»

61 ΧΡΟΝΙΑ ΜΑΡΙΝΕΛΛΑ : «Το ρεσιτάλ των μεταμορφώσεων»
Κειμενο: Δημητρης Δουλγεριδης
Φωτο προσωπικο αρχειοκαλλιτεχνική επιμέλεια: Φρεντυ Πυτιλακης
Φώτοδημιουργοί: Καβαλιεράκης, Πάνιτς, Τζανίνη

Ντίβα, μεγάλη κυρία, αρτίστα, ερμηνεύτρια, σοουγούμαν. Είναι οι χαρακτηρισμοί που της αποδίδονται σχεδόν αυτόματα και εκείνοι τους οποίους η ίδια απεχθάνεται.

Κατά βάθος, παραμένει η Κυριακή Παπαδοπούλου από τη Θεσσαλονίκη που πέρασε διά πυρός και σιδήρου από τον κόσμο του θεάματος για να τον γνωρίσει, να τον διαμορφώσει, να τον αλλάξει και –γιατί όχι;- να τον υπονομεύσει.

Η περίπτωση της Μαρινέλλας είναι η περίπτωση μίας ανώνυμης θεσσαλονικιάς που θα επιβίωνε στις μεταπολεμικές δεκαετίες για να γίνει το πρώτο όνομα στην ελληνική σοουμπίζνες.

Στο καλλιτεχνικό της DNA έτσι κι αλλιώς από πολύ νωρίς έχει εγγραφεί το θέαμα.Από τεσσάρων έως πέντε χρονών συμμετείχε στην παιδική ραδιοφωνική εκπομπή «Παιδική ώρα», ενώ δώδεκα χρονών διαφήμιζε τα καταστήματα «Melka» της Θεσσαλονίκης.

Στα δεκαεφτά της ακολούθησε ως ηθοποιός τον θίασο της Μαίρης Λωράνς σε περιοδεία ανά την Ελλάδα (δίπλα της, οι ανερχόμενοι τότε ηθοποιοί Κώστας Βουτσάς και Μάρθα Καραγιάννη, αλλά και η Σόνια Δήμου, ο Αλεκος Τζαννετάκος και η χορεύτρια Ντέπυ Φιλοσόφου).

Κάποιο βράδυ, στον Παλαμά ­Καρδίτσας, η τραγουδίστρια του θιάσου αρρώστησε και η Μαρινέλλα που ήξερε απ’ έξω τα τραγούδια, την αντικατέστησε.

Τραγούδησε το «Ο άνθρωπος μου» της Σοφίας Βέμπο, σε μουσική του Μενέλαου Θεοφανίδη και στίχους του Μίμη Τραϊφόρου, αλλά και το «Μαλαγκένια», γερμανικό τραγούδι της Κατοχής.Οι ίδιες αυτές αρετές, με τις οποίες περνάει από το θέαμα στο ακρόαμα, θα την συνοδεύσουν σε όλη την επαγγελματική της διαδρομή.Αυτοδίδακτη στο τραγούδι, αφάλτσωτη στην ερμηνεία και ενστικτώδης στη μαθητεία θα καθίσει δέκα χρόνια δίπλα στον Καζαντζίδη, το «μεγαλύτερο σχολείο», όπως θα παραδεχθεί αργότερα η ίδια.

Οι συναυλίες της το καλοκαίρι του 2017 με τις Ελένη Βιτάλη και Γλυκερία στην Ελλάδα, με τον Τάκη Ζαχαράτο στην Κύπρο και με τον Αντώνη Ρέμο στις ΗΠΑ επιβεβαιώνουν την ευκολία με την οποία μπαινοβγαίνει στα διαφορετικά είδη μουσικής, αλλά και την ακομπλεξάριστη ιδιοσυγκρασία της.

Μέχρι σήμερα άλλωστε δεν φοβήθηκε ποτέ την υπερβολή της αρτίστας, η οποία πάνω στη σκηνή διεκδικεί περισσότερα λύτρα από την ερμηνεία της τραγουδίστριας.

Έζησε έτσι κι αλλιώς στα όρια διαφορετικών εποχών και πορεύτηκε μέσα σ’ ένα ναρκοπέδιο αντιθέσεων: από την εποχή της καζαντζιδικής αυστηρότητας έφτασε να κυριαρχεί η ίδια στη νυχτερινή πίστα, υποχώρησε στα μετόπισθεν των μπουάτ, έντυσε χρυσούς δίσκους, απογείωσε μέτρια τραγούδια – ενίοτε υπερβολικά -, επανήλθε με θριαμβικά live, άφησε πίσω της τηλεοπτικά σουξέ («Πρόβα νυφικού», «Κι ύστερα ήρθαν οι μέλισσες»).

 

Θεατρικότητα και libertango
Η κοντράλτο φωνή της και η θεατράλε εκφορά δεν θα άρεσαν σε όλους.Στις ενστάσεις τους προστέθηκε ένα ρεπερτόριο από ελαφρολαϊκά τραγούδια, τα οποία σε ταραγμένες πολιτικά περιόδους έδωσαν επιχειρήματα στους αμφισβητίες της.

Και τι ήταν το «Ζωγραφισμένα στο χαρτί» εκτός από απόλυτο σουξέ, λένε συχνά πυκνά οι καχύποπτοι στην τόση θεατρικότητα; Από την άλλη, η κατεξοχήν survivor των ελληνικών sixties δεν αναζήτησε ποτέ την ασφάλεια ή τη θαλπωρή ενός κόμματος, δεν μπήκε στην ουρά των κρατικών επιχορηγήσεων και έχυσε ιδρώτα -κυριολεκτικά – στις πίστες.

Την εποχή του μεγάλου θεάματος ήταν πρωτίστως μια «οπτικοακουστική» τραγουδίστρια, σύμφωνα με τη δική της περιγραφή: η μόνη από τις κορυφαίες ερμηνεύτριες που μπορούσε να χορέψει libertango με παρτενέρ τον Δημήτρη Παπάζογλου για τις ανάγκες ενός σόου ή ενός τηλεοπτικού αφιερώματος (όπως εκείνου που σκηνοθέτησε ο Σταμάτης Φασουλής για τον ΑΝΤ1 το 1994) .Η μόνη που επιτρέπει στον εαυτό της να την ντουμπλάρει ο Τάκης Ζαχαράτος στις κοινές τους παραστάσεις, που ξεκίνησαν από το «Παλλάς» της Αθήνας τον περασμένο Δεκέμβριο.

Η ίδια δεν σταματά να ομολογεί ότι της λείπουν τα καλά τραγούδια: η «προίκα» της Μοσχολιού ή του Μπιθικώτση, για να σταθούμε σε δύο συχνά παραδείγματα από τις συνεντεύξεις της. Ή ότι μπαίνει στην περιπέτεια της ερμηνείας επειδή της αρέσει «ένα ημιτόνιο», ένας στίχος ή μία εικόνα σ’ ένα τραγούδι.Κι όμως, χάρη στο ένστικό της ένα μέτριο κομμάτι μεταμορφώνεται σε διαχρονικό.

Κι όμως, στην πίσω πλευρά της δισκογραφίας της τον ανυποψίαστο ακροατή περιμένουν τραγούδια καρατίων: «Με πνίγει τούτη η σιωπή», «Γλυκοχαράζει ξύπνησε», «Άσπρο μου ρόδο», «Τη βραδιά μου απόψε», «Πού να σε βρω», «Αστέρι στο παράθυρο», «Όλα είναι τυχερά», «Μια Κυριακή» (επανεκτέλεση στο αφιέρωμα στο Λευτέρη Παπαδόπουλο) κ.ά.

Η Μαρινέλλα δεν μελέτησε το τραγούδι, αλλά παρέμεινε μία από τις πλέον πειθαρχημένες επαγγελματίες του χώρου.

Εκείνη που πριν από την παράσταση επέβλεπε εάν τα παπούτσια των μετρ είναι γυαλισμένα και εκείνη που έβαλε βέτο στο σπάσιμο των γύψινων πιάτων.Μαζί με την Έλενα Ναθαναήλ είναι οι δύο γνωστές ελληνίδες που θα γίνουν ανύπαντρες μητέρες –η Μαρινέλλα θα αποκτήσει την Τζωρτίνα με τον εκλιπόντα πλέον Φρέντυ Σερπιέρη-, χωρίς όμως να «εξαργυρώσουν» ποτέ τον προσωπικό τους αγώνα σε μια εποχή που δεν χαρίζεται.

Καζαντζίδης και Βοσκόπουλος
Η περίοδος με τον Στέλιο Καζαντζίδη –για τον οποίο, παρεπιμπτόντως, δεν μιλάει ποτέ στις συνεντεύξεις της– παραμένει μέχρι σήμερα το χρυσό κάδρο στην πινακοθήκη του λαϊκού τραγουδιού.Η διφωνία τους στο «Πέλαγο είναι βαθύ» του Μάνου Χατζιδάκι (ένα από τα τέσσερα δικά του που τραγούδησαν μαζί με τον «Κυρ – Αντώνη», την «Αθήνα» και το «Κουρασμένο παλικάρι») παραμένει μέτρο σύγκρισης για όποιον θέλει να εκτεθεί στην εμβέλεια του μύθου τους.Είναι η εποχή που η Μαρινέλλα καθιερώνεται ως η απόλυτη δεύτερη φωνή περνώντας ενίοτε και στην περιοχή της τρίτης (του λεγόμενου «τέρτσου»).
Η σύμπραξη και ο γάμος με τον Τόλη Βοσκόπουλο, από την άλλη, επικυρώνει τη θεσμοποίηση της πίστας, όπου οι δυο τους είναι ο βασιλιάς και η βασίλισσα (από εδώ προέρχονται και τα περισσότερα βέλη για την πρόσδεσή της με τη λαμέ επικράτεια της σαλονάτης Αθήνας).
Αλλά η Μαρινέλλα θα λάμψει όταν θα μείνει μόνη. Είναι η περφόρμερ που προσφέρει ευρωπαϊκό θέαμα, ένα μείγμα Σίρλεϊ Μπάσεϊ και Μπάρμπρα Στράιζαντ της Ελλάδας. Με την εκφορά, την επιτόνιση, το στήσιμο πάνω στη σκηνή, αφήνει παρακαταθήκη για τις επόμενες τραγουδίστριες.

Οι εικόνες από τη διαδρομή της είναι οι εικόνες πολλαπλών μεταμορφώσεων μέσα στο καμίνι του επαγγελματισμού.Μια μελαχρινή παρτενέρ που σημειώνει παραγγελίες δίπλα στον απόλυτο λαϊκό ερμηνευτή.Το σάουντρακ στις ταινίες του Δαλιανίδη.Οι φευγαλέες αλλά ανεξίτηλες «συναντήσεις» με τους Μίκη Θεοδωράκη («Ομορφη πόλη», «Πολιτεία Α’»), Χρήστο Λεοντή («12 παρά 5»), Γιάννη Σπανό («Με πνίγει τούτη η σιωπή», «Τη βραδιά μου απόψε μη μου τη χαλάς»).

Η απρόσμενη στροφή στις μπουάτ και το χρυσό «ρεσιτάλ» με τον Κώστα Χατζή.Μια τονισμένη ελιά στο εξώφυλλο ενός άλμπουμ.Το φευγαλέο τίναγμα της ωμοπλάτης στα νυχτερινά προγράμματα.Η Κορυφαία του Χορού στην αναπάντεχη παράσταση «Γυναικών πάθη», με μελοποιημένα χορικά από τραγωδίες του Ευριπίδη.Ενα φαλτσέτο που δίνει το μέτρο για τις επίδοξες μίμους.

Η Μαρινέλλα εμφανίζεται στη σκηνή ως ο συνδετικός κρίκος τεσσάρων τουλάχιστον γενεών με όλα τα προνόμια και τις δεσμεύσεις που συνοδεύουν τις μεταμορφώσεις μιας σταρ: η φωνή της κατοχυρώθηκε στο μεταπολεμικό θαύμα της ανοικοδόμησης, αποθεώθηκε την «ύποπτη» δεκαετία του 1970, σπαταλήθηκε τη δεκαετία του 1980 και επανεκτιμήθηκε στις δύο επόμενες. Σε πείσμα μάλιστα των φαινομένων, η Μαρινέλλα έλειψε από τις πίστες ακριβώς την εποχή της φουσκωμένης ευμάρειας.Οταν οι νεότερες τραγουδίστριες ήθελαν «να φτάσουν στο πανεπιστήμιο χωρίς να ξεκινήσουν απ’ το νηπιαγωγείο» – άλλη μία αγαπημένη της παρομοίωση. Ο μύθος, η περσόνα και το μέταλλο παρέμεναν όμως εκεί: στη μετέωρη γραμμή όπου το ακροατήριο διψά για ένα φευγαλέο σουξέ – για ένα ημιτόνιο που καμιά άλλη δεν μπορεί να το παραλάβει μέτριο και να το παραδώσει τέλειο.

Εκεί όπου πολλοί την αφήνουν σε μια συναυλία με άνισο ρεπερτόριο η ντίβα επιστρέφει ανθισμένη από τον εσωτερικό φοίνικα. Απόδειξη τα βιντεάκια του YouTube από τις καλοκαιρινές συναυλίες με Νικολόπουλο και Ρέμο ή τη Φιλαρμονική Γαστουρίου.

Είναι αυτή η φωνή μιας ερμηνεύτριας που κουβαλάει εξήντα χρόνια τραγούδι; Οχι, είναι η φωνή ενός θρύλου που επιμένει να συναντιέται με τις νεότερες γενιές ξοδεύοντας το συσσωρευμένο κεφάλαιό της.

Αναζητήστε την πάντως και στα διαλείμματα αυτής της διάρκειας.Στην αυτοσχέδια διφωνία, για παράδειγμα, με τον Κώστα Μακεδόνα, ο οποίος κατεβαίνει από τη σκηνή ξεκινώντας μαζί της το «Πέλαγο είναι βαθύ».Ή στην εκρηκτική σύμπραξη με τον Γιώργο Νταλάρα, όταν απογειώνουν το «Πολλά καράβια φεύγουνε». Για bonus track, επιστρέψτε σε μια ακοπιάριστη διφωνία με τον Καζαντζίδη: «Ασε με να ζήσω μοναχός».

Το συγκεκριμενο αφιέρωμα έγινε για την Εφημερίδα «ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ» στη Πάτρα.

Συνεχίζουμε το Πέμπτο μοναδικό αφιέρωμα 1η Σεπτεμβρίου

Εδώ σχολιάζεις εσύ!

comments

Related posts

More in 61 Χρόνια Μαρινέλλα
61 ΧΡΟΝΙΑ ΜΑΡΙΝΕΛΛΑ: «ΧΙΛΙΕΣ ΖΩΕΣ ΣΕ ΜΙΑ»

Kείμενο και επιμέλεια αφιερώματος  από τον Άρη Βασιλειάδη Φωτογραφίες:...

Close

Powered by e-vima.gr e-vima.gr e-vima.gr e-vima.gr e-vima.gr e-vima.gr