ΑΦΙΕΡΩΜΑ: 22 ΧΡΟΝΙΑ ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΑΛΙΚΗ ΒΟΥΓΙΟΥΚΛΑΚΗ ( 1996 – 2018 )

ΑΦΙΕΡΩΜΑ: 22 ΧΡΟΝΙΑ ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΑΛΙΚΗ ΒΟΥΓΙΟΥΚΛΑΚΗ ( 1996 – 2018 )

Η ΑΛΙΚΗ ΜΕΝΕΙ ΠΑΝΤΑ ΕΔΩ…

Ένα πολυσέλιδο αφιέρωμα από το Μάκη Δελαπόρτα

Είκοσι δύο χρόνια πέρασαν από εκείνο το πολυσυζητημένο καλοκαίρι του 1996, όταν το πιο φωτεινό πρόσωπο της ελληνικής σόου μπιζ, που στόλιζε για σαράντα ολόκληρα χρόνια, οθόνες, τηλεοπτικά καντράν, εξώφυλλα περιοδικών, μαρκίζες θεάτρων και τραβούσε πάνω της σαν μαγνήτης βλέμματα και φλας, πέρασε στην αθανασία! Η Αλίκη Βουγιουκλάκη! Η δική μας Αλίκη!

Θαρρείς μέσα στο κατακαλόκαιρο σκοτείνιασε ο ουρανός, μούντωσε η ατμόσφαιρα. Μόνο βουρκωμένα μάτια αντίκριζες τριγύρω. Η Αλίκη, το σύμβολο μιας ολόκληρης εποχής, το κορίτσι με το φεγγοβόλο βλέμμα και την αστραφτερή ματιά, έφυγε για πάντα. Έτσι τόσο ξαφνικά, τόσο αναπάντεχα.

Σαν να έπαιρνε μαζί της και την ελπίδα από έναν ολόκληρο λαό που τη λάτρεψε, πως όλοι μπορούσαμε να μεγαλώνουμε χωρίς να γερνάμε, πως όλοι μπορούσαμε να ζήσουμε σαν νέοι ακόμη και τον έρωτα κι ας έχουμε περάσει και τα δεύτερα ήντα, και πως όταν τη χαρά της ζωής μπορείς να την κουβαλάς μέσα σου δεν φοβάσαι τον θάνατο. Δεν βάζεις τίτλους τέλους στη δική σου ιστορία ζωής. Κι όμως, όλα αυτά με τον ξαφνικό θάνατό της αισθανθήκαμε πως ανατράπηκαν. Όλοι αισθανθήκαμε κάπως έτσι!… Όλοι εκτός από εκείνη, που είκοσι δύο χρόνια μετά τον θάνατό της, εξακολουθεί να ζει στις καρδιές των απλών ανθρώπων και να μεγαλώνει και τις σημερινές γενιές με τις ταινίες της.

 

Φαινόμενο! Φαινόμενο ανεξήγητο, σχεδόν μεταφυσικό! Είκοσι χρόνια μετά ….η Αλίκη μένει πάντα εδώ! Πεθαίνει κι ανασταίνεται καθημερινά, μέσα από τα καντράν της μικρής οθόνης, ροδαλή, όμορφη, χαμογελαστή, τσαχπίνα, αεικίνητη, καταφερτζού, χαριτωμένη, πότε σαν Λίζα Παπασταύρου, Μανταλένα, Κλωτσοσκούφι και πότε σαν σοσιαλίστρια, σωφερίνα, αστείο κορίτσι, νεράιδα, αρχόντισσα. Πρόσωπα πολλά και διαφορετικά, που έγιναν ένα με το κοινό της που τη λάτρεψε με πάθος και εξακολουθεί ακόμη και σήμερα να λατρεύει. Τα άλμπουμ με τις οδοντωτές φωτογραφίες της ήταν απαραίτητο αξεσουάρ για κάθε σχολική τσάντα στα χρόνια του ’60 και όχι μόνο! Κάθε τι που θα απεικόνιζε τη μορφή της αποτελούσε συλλεκτικό αντικείμενο που πουλιόταν στη μαύρη αγορά. Κάτι που συμβαίνει ακόμη και σήμερα. Ναι η Αλίκη πουλάει ακόμα! Σε πείσμα των καιρών, της κρίσης, των επίμονων επικριτών της και των ψευτοκουλτουριάρηδων. Γιατί κι εκείνοι πλήρωναν εισιτήριο για να τη δουν. Κι αν έψαχνες σε κάποιο συρτάρι τους σίγουρα κάποια φωτογραφία της θα ξετρύπωνες, κάποιο αυτόγραφο θα έβρισκες. Και στο τέλος της παράστασης θα έστεκαν στην ουρά για να τη δουν από κοντά, τάχα για να σχολιάσουν στις παρέες τους πόσο εκνευριστικά όμορφη ήταν και πόσες πλαστικές διέκριναν πάνω της. Κι εκείνη γελούσε και διασκέδαζε με όλα αυτά αφού τις περισσότερες φορές και στις δικές της παρέες αυτοσαρκαζόταν.

ΕΘΝΙΚΟ ΣΥΜΒΟΛΟ

Στα μέσα της δεκαετίας του ΄50, η ασπρόμαυρη Ελλάδα, προσπαθούσε να ξεπεράσει τα «πέτρινα χρόνια» της, να ξεχάσει παγκόσμιους πολέμους κι εμφυλίους και να αρχίσει και πάλι να χαμογελά.

Το λαμπερό κι αισιόδοξο χαμόγελο της Αλίκης μέσα από το λευκό πανί της μεγάλης οθόνης ήταν το αντίδοτο στη μιζέρια, στη γκρίζα καθημερινότητα και στην κατήφεια ενός ταλαιπωρημένου λαού. Η ίδια σε συνέντευξη της είχε δηλώσει: «Ναι… χάρισα στους έλληνες τότε το πιο ειλικρινές και εγκάρδιο χαμόγελο μου, γιατί αυτό είχαν πραγματικά ανάγκη. Τώρα από πού πηγάζει όλο αυτό το φως από μέσα μου; Έχω να δηλώσω πως επειδή τρέχω με ταχύτητα φωτός, μάλλον διατηρείται πάνω μου μια αναλαμπή!» Μια αναλαμπή που την ακολουθεί ακόμη…. είκοσι δύο χρόνια μετά το θάνατο της.

Πράγματι η αστραφτερή εικόνα της χάιδεψε την μεταπολεμική Ελλάδα, μέσα από τα κινηματογραφικά σελιλόιντ και την καθιέρωσε ως την «απόλυτη σταρ» του ελληνικού σινεμά. Έναν τίτλο που δεν με μπόρεσε καμία μέχρι και σήμερα να χρεωθεί. Αγαπήθηκε και αμφισβητήθηκε όσο κανένας άλλος ηθοποιός. Από την πρώτη της εμφάνιση, μαθήτρια ακόμη του εθνικού θεάτρου, όπου πρωτοεμφανίστηκε στο έργο «Κατά φαντασίαν ασθενής», δίπλα στον Χριστόφορο Νέζερ, μέχρι και την «Μελωδία της ευτυχίας» που ήταν για κείνη το «κύκνειο άσμα» της. Από το μελαχρινό «Ποντικάκι» του Τσιφόρου μέχρι και τη «Μαρία της σιωπής» του Δαλιανίδη, που η ίδια θεωρεί την μεγάλη τελευταία της κινηματογραφική ταινία. Όλα αυτά τα 43 χρόνια της συνεχούς παρουσίας της, το αστέρι της δεν έπαψε ποτέ να φεγγοβολά, να λάμπει και να σκορπίζει την μαγνητική ακτινοβολία του, να συγκινεί και να προσελκύει θαυμαστές και εχθρούς κάτω από το φως του.

Φαινόμενο αντοχής και διάρκειας, ηθοποιός μοναδικής ακτινοβολίας και εμβέλειας! Εθνικό σύμβολο! Η χώρα άλλαζε πρόσωπο, μέσα από τα μεγάλα γεγονότα που διαμόρφωναν το τοπίο το πολιτιστικό ή το κοινωνικό, οι δεκαετίες διαδέχονταν η μία την άλλη, η Ελλάδα άφηνε τη μυρωδάτη αθωότητά της να χαθεί κάτω από τσιμεντένιους τόνους, αλλά η Αλίκη, εκεί! Πάντα στη πρώτη γραμμή! Ακλόνητη στη πρώτη θέση. Ακλόνητη βασίλισσα, εκλεγμένη δια βοής. Κανείς άλλος, σε οποιοδήποτε τομέα της ελληνικής κοινωνίας δεν κατόρθωσε να πλησιάσει, έστω για λίγο το δικό της ρεκόρ. Τη λατρεία του κοινού για τόσα πολλά χρόνια και τα αξεπέραστα εισιτήρια. Πολλοί την είχαν χαρακτηρίσει «άλογο κούρσας» με μεγάλες επιδώσεις. Το πιο εμπορικό όνομα από όλα της γενιάς της και όχι μόνο! Πόλος έλξης όλων των μέσων ενημέρωσης, έντυπου και ηλεκτρονικού τύπου. Και ποιος δημοσιογράφος δεν ήθελε συνέντευξη από την Αλίκη; Λες κι αυτή η συνέντευξη θα ήταν το τρόπαιο που θα τον καθιέρωνε. Βέβαια ήξερε πολύ καλά το παιχνίδι της σόου μπιζ. Εξάλλου εκείνη ήταν που επέλεξε και καθιέρωσε πρώτη τους όρους αυτού του παιχνιδιού. Πάντα έλεγε όσα εκείνη ήθελε, όσα έπρεπε να μάθει το κοινό της, όσο κι αν οι δημοσιογράφοι την πλησίαζαν με το όνειρο να την απομυθοποιήσουν. Κανείς δεν τα κατάφερε. Όσα μυστικά ήθελε τα πήρε μαζί της. Και το μύθο!

Η ηλικία της επίσης μέχρι το τέλος, ήταν από τα πιο πολυσυζητημένα καλλιτεχνικά θέματα και αιτία ατέλειωτων άρθρων και συζητήσεων. Κι εκείνη τα άκουγε όλα, χαμογελούσε και με το δικό της αυτοσαρκαστικό χιούμορ, έλεγε: «Μάλλον μετά την ακρόπολη, εγώ είμαι το πιο αρχαίο μνημείο στον τόπο».

Ή ακόμη όταν έπαιζε στο θέατρο και είχε μπροστά στις πρώτες θέσεις υπερήλικες κυρίες, έλεγε στα παρασκήνια: «Απόψε παιδιά παίζουμε για τις συμμαθήτριες μου». Κι όμως δεν έφυγε υπερήλικη, έφυγε σε ηλικία 62 χρόνων, νέα, όμορφη με μια απίστευτη αισιοδοξία και χαρά για τα χρόνια που θα ακολουθούσαν. Είχε όνειρα, για μια πιο ήσυχη ζωή, αλλά και για μεγάλους ρόλους. Σε μια από τις τελευταίες της συνεντεύξεις είχε δηλώσει: «Φοβάμαι για όλα αυτά που θα γίνουν για μένα χωρίς εμένα. Με στεναχωρεί το γεγονός που δεν θα είμαι εδώ για να διαβάσω, τι θα γραφτεί μετά το θάνατό μου. Νομίζω βέβαια πως τότε θα γραφτούν και θα ειπωθούν τα πιο ουσιαστικά και τα πιο σημαντικά». Ναι Αλίκη μας, πράγματι είχες σωστά προνοήσει! Ακόμη και οι μεγάλοι αμφισβητίες σου υποκλίνονται πλέον σήμερα στη μοναδική σου ακτινοβολία και τη μεταφυσική σου διαχρονικότητα, είκοσι δύο χρόνια μετά το αναπάντεχο φευγιό σου. Αλλά ξέρουμε πια πολύ καλά πως οι όμορφες «νεράιδες» των παραμυθιών ζουν για πάντα στη χώρα των ονείρων μας και η Αλίκη μας στη χώρα των δικών της «θαυμάτων».

ΜΙΑ ΖΩΗ ΣΑΝ ΠΑΡΑΜΥΘΙ

Η Αλίκη Βουγιουκλάκη γεννήθηκε στις 20 Ιουλίου στο Μαρούσι….(τώρα ποιάς χρονιάς είναι μάλλον περιττό να το αναφέρουμε. Η Αλίκη δεν είχε ηλικία… έζησε και έφυγε σαν κορίτσι…
«ΤΟ ΑΙΩΝΙΟ ΚΟΡΙΤΣΙ». Ήταν το πρώτο παιδί της Έμυς και του Γιάννη Βουγιουκλάκη. Τρείς μήνες μετά τη γέννησή της αρρώστησε βαριά από βρογχοπνευμονία. Οι γιατροί βλέποντας την κρίσιμη κατάσταση της υγείας της, συνέστησαν στους δικούς της να την βαφτίσουν. Την βάφτισε μια δεκαεξάχρονη ξαδέλφη της που της έδωσε και το όνομα Αλίκη, ενώ τη γιαγιά της την έλεγαν Σταματία. Η μικρή Αλίκη ανάρρωσε πολύ γρήγορα μετά την εσπευσμένη βάφτιση της και έγινε ένα γερό τρισχαριτωμένο κοριτσάκι. Στα έξι της χρόνια όμως, αυτή η χαρά μαυρίζει απότομα, αφού χάνει τον πατέρα της στον εμφύλιο και αναμφισβήτητα αυτό το γεγονός σημάδεψε όλη τη ζωή της. Έτσι το θέατρο από τα παιδικά της κιόλας χρόνια, φαίνεται πως λειτουργεί σαν αντίδοτο στη μεγάλη της εκείνη απώλεια.

Δέκα ετών δεν ήταν ακόμη κι όμως είχε το δικό της θίασο. Μέλη του θιάσου της τα δύο μικρότερα αδέλφια της, ο Αντώνης και ο Τάκης. Το πρώτο θέατρό της η βεράντα του σπιτιού της και πρώτο της έργο «Η ηρωική Ελλάς». Αργότερα στις εορταστικές παραστάσεις στο σχολείο , αναλάμβανε ποικίλες πρωτοβουλίες και ευθύνες. Χαροκαμένες μάνες και αρραβωνιαστικές ήταν το φόρτε της.

Το φθινόπωρο του 1952 τη βρίσκει να δίνει εξετάσεις στη σχολή του εθνικού θεάτρου κρυφά από τη μητέρα της, που ήταν ιδιαίτερα αυστηρή και δεν ήθελε η κόρη της να γίνει θεατρίνα. Ο ρόλος της Βιόλας από την «Δωδέκατη νύχτα» του Σαίξπηρ της άνοιξε την πόρτα της πιο μεγάλης κρατικής σκηνής. Οι πρώτοι ρόλοι δεν αργούν να έρθουν δίπλα σε μεγάλα ονόματα της εποχής. Ο πρώτος της όμως πρωταγωνιστικός ρόλος, έρχεται το 1958 στην «Ωραία μου κυρία» δίπλα στον Κώστα Μουσούρη. Ένας ρόλος που την καθιέρωσε στους θεατρικό γίγνεσθαι της εποχής. Ταυτόχρονα με το θέατρο, έχει ξεκινήσει δυναμικά και τις εμφανίσεις της και στον κινηματογράφο ξεκινώντας από «Το ποντικάκι» το 1954 και ακολουθούν : «Το κορίτσι με τα παραμύθια», Ο αγαπητικός της βοσκοπούλας», Μαρία Πενταγιώτισσα», Διακοπές στην Αίγινα» και κάποιες ακόμη. Με την «Αστέρω» το 1959 βαφτίστηκε και «Εθνική σταρ» από την Ελένη Βλάχου της «Καθημερινής». Ένας τίτλος που την ακολούθησε σε όλη της τη ζωή και θα την ακολουθεί για πάντα. Σημαντικός σταθμός στην κινηματογραφική της καριέρα θεωρείται η «Μανταλένα», αφού κέρδισε το βραβείο ερμηνείας Α΄ γυναικείου ρόλου στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης το 1960.

Από τη στιγμή που χρήστηκε θιασάρχης , αν και πολύ νεαρή, ήξερε να διεκδικεί, να παλεύει και να κερδίζει. Εν έτει 1961, οκτώ χρόνια μετά την παρθενική της εμφάνιση στο θέατρο, πραγματοποιεί την πρώτη της μεγάλη περιοδεία σε όλη την Ελλάδα και Κύπρο. Τότε για πρώτη φορά ελληνίδα ηθοποιός γνωρίζει τέτοια πρωτοφανή επιτυχία. Τι να πρωτοαναφέρω; Πως στη Θεσσαλονίκη που ήταν ο πρώτος σταθμός της περιοδείας, το κοινό την περίμενε στο αεροδρόμιο; Πως ήταν αδύνατον να περπατήσει στο δρόμο, και πως ακόμη και στα χέρια σήκωναν το αυτοκίνητο που μετακινούταν; Πως κάτω από τα ξενοδοχεία που διέμενε μαζεύονταν πλήθος θαυμαστών της σαν να έκαναν διαδήλωση; Πρωτόγνωρα φαινόμενα για κάποιον καλλιτέχνη. Μέχρι τότε μόνο για πολιτικούς συνέβαιναν αυτά! Η Αλίκη γεύεται την μεγάλη επιτυχία με σύνεση και μια απίστευτη ωριμότητα για την ηλικία της. Είναι σίγουρα η πιο λαοφιλής και η πιο ακριβοπληρωμένη. 120.000 δραχμές μηνιαίος μισθός στο θέατρο και 500.000 συν ποσοστά για κάθε ταινία της στις αρχές της δεκαετίας του ΄60, όταν ο μηνιαίος μισθός ήταν 4.000 δραχμές. Γυρίζει τη μία ταινία μετά την άλλη και φυσικά πάντα στο θεατρικό σανίδι με δικούς της θιάσους. Γίνεται επιχειρηματίας με θέατρα δικά της, ίσως η πιο νέα θεατρική επιχειρηματίας και με απίστευτα μεγάλες, φιλόδοξες και δαπανηρές παραγωγές.

Στις αρχές της δεκαετίας του ’60 η Αλίκη είναι η μοναδική Ελληνίδα σταρ και η φήμη της ξεπερνάει τα ελληνικά σύνορα. Η προσωπική της ζωή γίνεται εξώφυλλο σε όλα τα περιοδικά της χώρας αλλά και του εξωτερικού. Όλοι μιλούν για κρυφό ειδύλλιο με τον διάδοχο του θρόνου Κωνσταντίνο κι αυτό εκτοξεύει την δημοτικότητά της στα ύψη.

Εκείνη την εποχή μιλούν και για το γάμο της με γνωστό εκδότη. Οι φήμες βέβαια έμειναν φήμες, αφού τον Γενάρη του 1965 παντρεύεται τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ, τον παλιό συμμαθητή της από τη δραματική σχολή του εθνικού θεάτρου, αλλά «άσπονδο» συμπρωταγωνιστή της στον κινηματογράφο, αφού οι τσακωμοί τους στα γυρίσματα των ταινιών τους, έμειναν στην ιστορία.

Με τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ υπήρξαν το πιο εμπορικό ζευγάρι του ελληνικού κινηματογράφου, από την πρώτη τους συνεργασία στην «Αστέρω» μέχρι και την τελευταία τους στην «Υπολοχαγό Νατάσσα» που ξεπέρασε κάθε προηγούμενο ρεκόρ εισιτηρίων, 751.000 στην πρώτη της προβολή.

Τρία χρόνια μετά τον γάμο τους αποκτούν και τον μονάκριβο γιό τους τον Γιάννη. Όμως ο γάμος τους κρατάει μόνο λίγα χρόνια και αποφασίζουν να χωρίσουν οριστικά το 1972. Πρωτοσέλιδα, δικαστικές μάχες για την επιμέλεια του γιού τους και η Αλίκη περνά τη πιο δύσκολη φάση της ζωής της. Οι επιτυχίες της στο θέατρο όμως συνεχίζονται, αφού έχει αποκτήσει πλέον δική της στέγη, το θέατρο «Αλίκη».

Στη ζωή της μπαίνει λίγα χρόνια αργότερα και ο κύπριος Γιώργος Ηλιάδης, όπου μαζί του πραγματοποιεί κρυφά από όλους, το δεύτερο γάμο της, που κράτησε βέβαια πολύ λίγο. Ο Βλάσσης Μπονάτσος είναι η επόμενη σχέση της, που τον γνώρισε στην οντισιόν για την «Εβίτα» και έζησε μαζί του τρία ήρεμα χρόνια, θα μπορούσαμε να πούμε. Το 1986 παίζει για πρώτη φορά με τον Κώστα Σπυρόπουλο, τον συμπρωταγωνιστή της στο θεατρικό «Λίγο πιο νωρίς, λίγο πιο αργά» και τον ερωτεύεται κεραυνοβόλα. Ζουν για δέκα χρόνια μαζί – μέχρι το τέλος της ζωής της. Η μοναδική σχέση της που κράτησε τόσο πολύ.

Η Αλίκη φεύγει ξαφνικά και τόσο άδικα, τόσο αναπάντεχα, εκείνο το καλοκαίρι του 1996, που χαράχτηκε στις μνήμες όλων μας, σαν το πιο θλιβερό καλοκαίρι των τελευταίων χρόνων.

Η Αλίκη ήταν ένα πλάσμα από αυτά τα ξεχωριστά πλάσματα, που είχε αυτό το κάτι που χαρακτηρίζει τους ηθοποιούς, που δεν πεθαίνουν με την εποχή τους αλλά αφήνουν ανέπαφο το μύθο τους για τις επόμενες γενιές. Η διάρκεια της είναι κάτι που ακόμη και σήμερα συζητιέται έντονα και αποτελεί αφορμή για βαθύτερες αναλύσεις και εξηγήσεις. Η Αλίκη σφράγισε το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα , όχι μόνο με την τεράστια καριέρα της. Αλλά και από την υπέροχη νεανική εικόνα της, τη κοριτσίστικη της χάρη, που πάντα τη χαρακτήριζαν , την έκαναν να ξεχωρίζει και ως βιολογικό φαινόμενο……

Η Ελλάδα για πρώτη φορά αποχωρίζεται ένα πρόσωπο που λάτρεψε στην κυριολεξία από το πανί της μεγάλης οθόνης. Και κλαίει γοερά για αυτόν τον χαμό. Στην περίπτωση της Αλίκης πρυτάνευαν το συναίσθημα και η ανιδιοτέλεια, όπως άλλωστε το επιβάλλει και ο καλλιτεχνικός της μύθος. Η Ελλάδα την έκλαψε γιατί ξαφνικά συνειδητοποίησε πως έχασε κι εκείνη την χαμένη αθωότητα. Τη χαμένη αθωότητα της παιδικής και εφηβικής ηλικίας, την οποία εκατομμύρια Έλληνες πέρασαν παρακολουθώντας την Αλίκη στην καλλιτεχνική της άνοδο. Τη χαμένη αθωότητα της ελληνικής κωμωδίας, που έστελνε κάποτε αισιόδοξα μηνύματα για έντιμους φτωχούς, ανιδιοτελείς πλούσιους και καλές και ωραίες υπάρξεις. Το μελό της Αλίκης απέκτησε με το πέρασμα του χρόνου μεγάλη καλλιτεχνική και ανθρώπινη αξία, καθώς στις μικρές οθόνες μας συναντήθηκαν στα χρόνια που ήρθαν, η βία της νεοφερμένης αμερικανικής ζωής με τον νεοελληνικό ξεπεσμό που ζει η χώρα μας σχεδόν 10 χρόνια… Κι όμως η Αλίκη μένει πάντα εδώ!!!!!!!

Μας χαμογελά πονηρά, μας κλείνει το μάτι και να ψιθυρίζει στο αυτί: Μην στενοχωρείστε βρε παιδιά μπόρα είναι και θα περάσει…. ας κάνουμε λίγο υπομονή και ο ουρανός θα γίνει πιο γαλανός!!!!!!

Δείτε το τελευταίο τεύχος του SocialProfile εδώ:

Related posts

Read previous post:
ΕΡΕΥΝΑ: ΤΟ ΠΟΤΟ “ΚΛΕΒΕΙ” ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΖΩΗ ΜΑΣ

Κάθε έξτρα ποτό κρύβει κινδύνους για την υγεία. Ακόμη και η μέτρια κατανάλωση αλκοόλ συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο, σύμφωνα με...

Close

Powered by e-vima.gr e-vima.gr e-vima.gr e-vima.gr e-vima.gr e-vima.gr