Παιδικές αναμνήσεις Βουτιά στο βαρέλι: Γράφει ο Χριστόφορος Παλαμίδης

Παιδικές αναμνήσεις Βουτιά στο βαρέλι: Γράφει ο Χριστόφορος Παλαμίδης

Βόλος, αρχές της δεκαετίας του 60, μαθητής  στις τελευταίες τάξεις δημοτικού, όταν έκλειναν τα σχολεία για τις καλοκαιρινές διακοπές,

όλη τη μέρα   βρισκόμουν στη θάλασσα.

Πήγαινα με τα πόδια  από το σπίτι μου,

δίπλα από την πλαζ του Αναύρου,  στις εκβολές του ομώνυμου ποταμού,

που κατά τη μυθολογία ο Ιάσονας πήγε να τον περάσει και έχασε το ένα του σανδάλι ,

εξού και «μονοσάνδαλος».

 Με τη μάσκα και τα βατραχοπέδιλα κολυμπούσα,

ψάχνοντας τον βυθό για χταπόδια.

Τώρα το πώς με εμπιστεύονταν από το σπίτι μου και δε φοβούνταν να μην πνιγώ;..

 Αυτό είναι ένα ερώτημα που μου προέκυψε όταν απέκτησα παιδιά.

Εκεί έρχονταν  και έκαναν μπάνιο από τα ενδότερα της Θεσσαλίας κυρίως από Καρδίτσα , γιατί δεν είχε πολύ κόσμο.

Ντρέπονταν, γιατί αφ΄ ενός δεν ήθελαν να τους βλέπουν πως δεν ξέρουν  μπάνιο και αφ΄ ετέρου,

οι γυναίκες δεν ήθελαν να εκθέσουν τα κορμιά τους στον πολύ κόσμο της πλαζ.

Βλέπεις, όλη τη μέρα δούλευαν στα χωράφια,

και τα μέρη που ήταν σκεπασμένα από τα ρούχα ήταν κάτασπρα,

ενώ τα μπράτσα και τα άλλα μέρη του σώματος,

που τα έβλεπε ο ήλιος, ήταν κατάμαυρα.

Kάποιοι από αυτούς έβλεπαν για πρώτη φορά θάλασσα και απορούσαν πώς βρέθηκε τόσο πολύ νερό!

Τσαλαβουτούσαν έξω-έξω, οριζοντιωμένοι,

βάζοντας τα χέρια στον βυθό και χαίρονταν χτυπώντας αδιάκοπα τα πόδια για να κάνουν αφρό.

 Εγώ τους έκανα γούστο και τους έπιανα κουβέντα λύνοντας τις διάφορες απορίες τους. Ρωτούσαν π.χ:

-Τι είναι εκείνες οι βάρκες με τις μαντήλες; και εγώ τους απαντούσα ότι είναι μικρά ιστιοφόρα.

Το μεσημέρι με προσκαλούσαν εκεί που έτρωγαν,

κάτω από τις αυτοσχέδιες τέντες και με φίλευαν πίτες και γλυκά,

που είχαν φέρει από τα μέρη τους σε αφθονία, μέσα σε πετσέτες και δοχεία αλουμινίου.

Λίγα μέτρα από την ακρογιαλιά είχαν κάνει εκβάθυνση και τα νερά ήταν απότομα. Παρότι υπήρχε προειδοποιητική πινακίδα,

κάποιοι που δεν ήξεραν κολύμπι,  πήγαιναν λίγο πιο βαθιά,

με αποτέλεσμα να κινδυνεύουν να πνιγούν,

μάλιστα στο παρελθόν υπήρχαν και πνιγμοί.

Σε αρκετές περιπτώσεις που κινδύνευαν και ήμουν εκεί,

πήγαινα και τους έβγαζα.

Θυμάμαι μία περίπτωση που την ώρα που κολυμπούσα,

άκουσα μία κοπέλα να φωνάζει  πνιχτά, «βοήθεια… βοήθεια!» και πήγα προς το μέρος της.

Μέχρι να φθάσω είχε πάει στον πάτο,

ενώ η μάνα της πήγε να τη σώσει χωρίς να ξέρει μπάνιο, ουρλιάζοντας «το παιδί, το παιδί!».

Βυθίστηκα, την έβγαλα και την παρέδωσα να την βγάλουν έξω και κατευθείαν  πήγα να βγάλω τη μάνα.

Αυτή χτυπιόταν στην επιφάνεια και όταν την πλησίασα, με άρπαξε από τον λαιμό και δεν μπορούσα να ανασάνω,

μέχρι που κινδύνεψα να πνιγώ.

Ευτυχώς, δουλεύοντας τα βατραχοπέδιλα,

διένυσα τη μικρή απόσταση, μέχρι εκεί που πατούσαν οι άλλοι και την παρέλαβαν.

Τότε κατάλαβα τι σημαίνει να πας να σώσεις άνθρωπο που πνίγεται.

Τέτοια δύναμη από μια γυναίκα!

 Ο λαιμός μου είχε μελανιάσει από το σφίξιμο.

Στην αρχή η κοπέλα δεν κουνιόταν και οι γυναίκες τραβούσαν τα μαλλιά τους από την απελπισία.

Κάποια στιγμή, εκεί που ήταν ανάσκελα με το κεφάλι πίσω, κάνει ένα «γλουκ» και βγάζει νερό από το στόμα.

Αυτό ήταν, άρχισε να σαλεύει και σε λίγη ώρα συνήλθε.

Δεν ήξεραν πώς να με ευχαριστήσουν και μου πρότειναν να πάω να με φιλοξενήσουν σε ένα καμποχώρι της Καρδίτσας.

 Τους ευχαρίστησα, αλλά δεν είχα καμιά διάθεση να αφήσω τη θάλασσα, για να πάω στον κάμπο.

Υπήρχαν και άλλες απλές περιπτώσεις που βοήθησα ανθρώπους που κινδύνευαν να πνιγούν.

Ας πούμε, σε βάθος νερού ίσα με το γόνατο, κάποιοι έχαναν την ισορροπία τους και πήγαιναν  να στηριχτούν με τα χέρια,

αλλά το στόμα ήταν μέσα στο νερό και κινδύνευαν να πνιγούν.

Τους έπιανα από τα μαλλιά και τους σήκωνα.

Αυτοί έλεγαν ότι τους έσωσα τη ζωή, αλλά αυτές τις περιπτώσεις δεν τις λογαριάζω.

Εγώ λοιπόν που ήμουν όλη μέρα μέσα στη θάλασσα και είχα σώσει ένα σωρό Καρδιτσιώτες από πνιγμό ,

πήγα να πνιγώ σε μισό βαρέλι νερό.

Είναι αυτό που λένε «ποτέ δεν ξέρεις από πού θα σου ‘ρθει».

Ήταν Δεκαντάγουστος.

 Απέναντι από το σπίτι μας έχτιζαν μία οικοδομή και είχαν  ένα βαρέλι με νερό.

Την «αποφράδα» εκείνη μέρα πήγα με τον φίλο μου,

τον Στέλιο, να δοκιμάσω αν επιπλέει ένα καραβάκι που είχα κατασκευάσει από τσίγκο.

Η στάθμη του νερού ήταν στη μέση του βαρελιού και έσκυβα να πιάσω το καραβάκι, αιωρούμενος στην κόχη.

Κάποια στιγμή, έφυγα προς τα μπρος και βρέθηκα  με το κεφάλι στον πάτο και τα πόδια στον αέρα.

Το βαρέλι ήταν στενό και δεν μπορούσα να στρίψω.

Ο φίλος μου  προσπάθησε να με τραβήξει, αλλά δεν τα κατάφερε και άρχισε να  καλεί σε βοήθεια.

Ήρθε ο γείτονας, ο κύριος Νίκος,

πλανόδιος ψαράς με καταγωγή από την Καρδίτσα,  με τράβηξε από τα πόδια και μ΄ έβγαλε.

Είχα χάσει τις αισθήσεις μου και όταν συνήλθα, παραξενεύτηκα, βλέποντας αναστατωμένους ανθρώπους να με κοιτούν με αγωνία.

Η μάνα μου με φιλούσε, κλαίγοντας και με σταύρωνε.

Ήταν  βαθιά θρησκευόμενη και το ότι γλύτωσα, το απέδωσε, μέρα που ήταν, στη χάρη της Παναγίας .

Κατέβασε την εικόνα της Παναγίας από το εικονοστάσι,

την έβαλε επάνω στο τραπέζι όρθια,

 να στηρίζεται στο ανθοδοχείο και με υποχρέωσε να καθίσω στην καρέκλα και βλέποντας την εικόνα να λέω το «πάτερ ημών».

Το είπα μερικές φορές και βαρέθηκα,

αλλά η εντολή που είχα λάβει ήταν να το λέω συνέχεια και όταν είδε ότι σταμάτησα, με μάλωσε.

Τότε πήρα ένα περιοδικό «Ο Μικρός  Ήρωας»,

το έβαλα στα γόνατα και το διάβαζα. Μόλις ερχόταν η μάνα μου, το έκρυβα και έλεγα το πάτερ ημών.

Ο κύριος  Νίκος που με είχε βγάλει από το βαρέλι,

για να με πειράξει, ανέκαθεν με φώναζε Παλαμίδα αντί για Παλαμίδη.

Εγώ κάθε φορά διαμαρτυρόμουνα και του υπενθύμιζα πόσους συμπατριώτες του είχα σώσει από πνιγμό στη θάλασσα.

Όμως από τότε που με γλύτωσε το παραξήλωσε,

έγινε αλαζονικός και κάθε φορά που διαμαρτυρόμουνα, μου έλεγε:

-Αν δεν ήμουνα εγώ, Παλαμίδα, τώρα δε θα υπήρχες!

Αργότερα, στις Σέρρες, όταν κάναμε εκλογές στον Σύλλογο Θεσσαλών Ν. Σερρών,

προκειμένου να υφαρπάξω  ψήφους από του Καρδιτσιώτες για να γίνω πρόεδρος,

ποντάροντας στο συναίσθημα, τους έλεγα:

– Πρέπει να με ψηφίσετε, γιατί έχω σώσει πολλούς «Γκαρδιτσιώτες» από πνιγμό.

Αλλά οι διεκδικητές της προεδρίας Καρδιτσιώτες,  που ήξεραν την ιστορία με το βαρέλι, αντιδρούσαν :

-Ας τα κόλπα σου, Αυστριακέ!* Αν δεν ήταν ο συμπατριώτης μας , τώρα δε θα υπήρχες!

Είχαν δίκαιο.  

Η δόξα που είχα αποκομίσει από τις διασώσεις στη θάλασσα,

 χάθηκε με ένα απλό τράβηγμα από το βαρέλι, που μου έσωσε τη ζωή.

Υ.Γ  Αυστριακούς αποκαλούσαν τους Βολιώτες, οι Θεσσαλοί των άλλων νομών.

Το παρατσούκλι αυτό, κατά την πιο λογική, κατά την άποψή μου εκδοχή, προήλθε από την υποχώρηση του 1897.

Το «Μαύρο 97»,  όταν οι Τούρκοι μπήκαν στον Βόλο,

κάποιοι Βολιώτες για να γλυτώσουν, σήκωσαν την αυστριακή σημαία, παριστάνοντας τους Αυστριακούς, που είχε αρκετούς εκείνη την περίοδο.

Οι Βολιώτες τους άλλους Θεσσαλούς τους αποκαλούσαν «Βλάχους» και ειδικά τους Λαρισαίους «Πλατύποδες».

Χριστόφορος Παλαμίδης