Παιδικές αναμνήσεις: Το υπόγειο

Παιδικές αναμνήσεις: Το υπόγειο

Γράφει ο Χριστόφορος Παλαμίδης*

Το σπίτι μας στον  Βόλο ήταν μονοκατοικία , κοντά στο ποτάμι, τον Άναυρο.

Είχε μεγάλη αυλή, με λουλούδια,  στα παρτέρια και στις γλάστρες.

Στο κέντρο της αυλής υπήρχε το πηγάδι.

Όταν έλειπαν οι γονείς μου έβγαζα νερό και από θαύμα δεν έπεσα μέσα.

Το  κεφάλι όμως το κοπανούσα από το μαγγανοπήγαδο που γύριζε τρελά,

όταν κατέβαινε ο κουβάς γεμάτος νερό.

Στη βάση του σπιτιού υπήρχε το υπόγειο, που κατεβαίναμε με τσιμεντένια σκάλα.

Εκεί κατασκεύαζα από πατίνια,  μέχρι σπαθιά, ασπίδες και τόξα,

που ήταν τα όπλα μου, για τους ανελέητους πολέμους με άλλες γειτονιές,

στους οποίους πρωτοστατούσα.

Το ότι δεν έχασα κάποιο μάτι είναι ένα άλλο θαύμα,

γιατί τα βέλη  ήταν σουβλερά και ενίοτε δέναμε μπροστά και κανένα καρφί.

Όταν πήγα στο γυμνάσιο,  στο υπόγειο έκανα διάφορα πειράματα .

Κάποια από αυτά ήταν σχετικά επικίνδυνα, όπως το γέμισμα μπαλονιών με υδρογόνο.

Δηλαδή σε ένα μπουκάλι με ακουαφόρτε(HCL),

έβαζα  κομμάτια τσίγκου(Ζη) και με το υδρογόνο(Η2) που παραγόταν, γέμιζα μπαλόνια.

Μου άρεσε να τα βλέπω να ανεβαίνουν στον ουρανό και καμάρωνα για το επίτευγμά μου.

Κάποια άλλα πειράματα ήταν  «εκρηκτικού χαρακτήρα» και άκρως  επικίνδυνα.

Σαν μαθητής γυμνασίου είχα βρει,  στον βυθό της θάλασσας ,

σφαίρες και χειροβομβίδες που κάποιοι είχαν πετάξει πρόσφατα,  για να τις ξεφορτωθούν.

Τις χειροβομβίδες δεν τις πήρα,

γιατί είχαν έρθει στο σχολείο κάποιοι από τον  στρατό και μας είπαν ότι είναι επικίνδυνες,

πήρα όμως τις σφαίρες.

Τις τρυπούσα με ένα καρφί και έβγαζα το μπαρούτι για να κάνω πυροτεχνήματα για την Ανάσταση.

Πού να ήξερε η κακομοίρα η μάνα μου τι «νίλες» έκανε  εκεί κάτω ο προκομμένος της.

Όταν μετά από ένα αποτυχημένο πείραμα,

με ρώτησε γιατί ήμουν μαυρισμένος, έκανα το κορόιδο.

Πού να φανταζόταν η γυναίκα,

ότι ήμουν μπαρουτοκαπνισμένος!

Στην παραλία  πουλούσε ξηρούς καρπούς ο Νικόλας ,

ο μουγκός,  και το βράδυ έφεγγε το καρότσι του με φλόγα,

που έβγαινε από ένα τσίγκινο κουτί με σωληνάκι.

Φαγώθηκα να μάθω πως βγαίνει εκείνη η φλόγα και τελικά κατάλαβα,

με τα νοήματα, ότι έβαζε μια πέτρα (ανθρακασβεστίου) σε νερό και εκλυόταν το αέριο  ασετυλίνη.

Είπα σε έναν μεγάλο να μου αγοράσει από αυτές τις πέτρες,

που δεν τις πουλούσαν σε παιδιά,

γιατί το αέριο αυτό κάτω από ορισμένες συνθήκες, ήταν εκρηκτικό.

Έβαλα ένα κομμάτι ανθρακασβέστιο  σε ένα δοχείο με νερό και το σκέπασα με ένα άλλο,

στο οποίο είχα κάνει μια τρύπα, απ’ όπου έβγαινε η ασετυλίνη.

Όταν το άναψα, έβγαζε μια φωτεινή φλόγα.

Ήμουν μέσα στη χαρά, που θέλησα να τη μοιραστώ με τον  φίλο μου, τον Στέλιο.

Αν και μεσημέρι και η ώρα ήταν ακατάλληλη,

πήρα τα τενεκεδάκια και το ανθρακασβέστιο και πήγα κατευθείαν στο σπίτι του,

σε μια κουζίνα που υπήρχε παραδίπλα.

Την πρώτη φορά με το που άναψα τη φωτιά,  έσβησε.

Τότε πήρα ένα καρφί,

το έβαλα στην τρυπούλα και χτυπούσα  σιγά- σιγά με μια πέτρα να την ανοίξω περισσότερο,

παρά τις αντιρρήσεις του φίλου μου, μην τυχόν  ξυπνήσω τον πατέρα του.

Ο μπαρμπα- Κώστας ήταν αυστηρός και τον φοβόμασταν.

Ειδικά εμένα δε με πήγαινε καθόλου,  και όχι άδικα.

Οι προσπάθειές μου με το καρφί απέβαιναν άκαρπες και τότε, για κακή μου τύχη, βρήκα ένα σουβλί και άνοιξα μια μεγάλη τρύπα.  

Ανάβω ένα σπίρτο, το πλησιάζω εκεί που έβγαινε το αέριο και τότε γίνεται έκρηξη.

Με το ΜΠΑΜ  φεύγει το τσίγκινο κουτί,

 χτυπάει μια κατσαρόλα με μαγειρεμένες  φακές,

τη ρίχνει κάτω και από την πιατοθήκη σωρηδόν πέφτουν τα πιάτα, κάνοντας μεγάλη φασαρία.

Έφυγα τρέχοντας, αφήνοντας τον φίλο μου στο έλεος του πατέρα του, ο οποίος πρόλαβε να με δει και άρχισε να φωνάζει.

-Πάλι αυτός ο Παλαμίδας! Ρε δε σου έχω πει να μην τον φέρνεις αυτόν στο σπίτι μας!

Είχε πολλά ράμματα για τη γούνα μου από προηγούμενες φορές,

που τον είχα ξυπνήσει από τον μεσημεριανό του ύπνο.

Δούλευε μαραγκός στον ΟΣΕ και μετά τη δουλειά ήθελε να ξεκουράζεται.

 Βέβαια για ό,τι του έκανα, με είχε τιμωρήσει,

χωρίς να το ξέρει, με την κατασκευή ενός χάρακα.

Αυτό έγινε, όταν  για κάποιο διάστημα είχε έρθει ένας περίεργος δάσκαλος στο σχολείο.

 Όταν κάναμε καμιά αταξία, μας σήκωνε επάνω και στηρίζοντας την παλάμη  στη βάση του λαιμού,

πίεζε με τον αντίχειρα το σαγόνι, κλείνοντας το στόμα.

Τότε μας  έκανε κάποιες ερωτήσεις ,

στις οποίες απαντούσαμε με άναρθρες κραυγές και μουγκρητά.

Αυτός επέμενε να  ρωτάει, γιατί έλεγε ότι δεν καταλάβαινε τι του λέγαμε!

Και πώς να καταλάβει, αφού μιλούσαμε με το στόμα κλειστό!

 Δεν ξέρω σε ποια παιδαγωγική σχολή είχε διδαχτεί αυτή τη μέθοδο,

πάντως ήταν ωραίο κόλπο,

γιατί το είχαμε υιοθετήσει και μεις  στα παιχνίδια μας,

όταν θέλαμε να γελοιοποιήσουμε κάποιον αγαθιάρη της παρέας μας.

Ο εν λόγω δάσκαλος βλέποντας ότι αυτή η τιμωρία δεν ήταν αποτελεσματική,

θέλησε να λάβει πιο δραστικά μέτρα και ρώτησε,

ποιος είχε πατέρα μαραγκό.

Σήκωσε το χέρι του ο Στέλιος και του έδωσε εντολή,

να πει στον πατέρα του να φτιάξει έναν  χάρακα,

με συγκεκριμένες προδιαγραφές.

Όταν τον έφερε, αντί για ευχαριστώ,

τον πρόσταξε να απλώσει το χέρι για να κάνει δοκιμή και,

όταν διαπίστωσε ότι πράγματι πονάει, τον ενέκρινε!

Τον χάρακα λοιπόν αυτόν, που έφτιαξε ο κυρ Κώστας,

τον ένιωσα πολλές φορές στο πετσί μου,

απλώνοντας την παλάμη μου και μετρώντας  ένα-ένα τα χτυπήματα,

που ήταν ανάλογα με την ποινή που μου επέβαλε.

Κάποτε έκανα το λάθος την ώρα που κατέβαζε τον χάρακα να τραβήξω το χέρι μου,

με αποτέλεσμα να χτυπήσει το πόδι του.

Το ευχαριστήθηκα, αλλά το πλήρωσα ακριβά.

Μια άλλη φορά καθόμασταν  στο τελευταίο θρανίο μαζί με ένα άλλο «ήσυχο παιδάκι», τον Τσαταλιό.

Την  ώρα που ο δάσκαλος έγραφε στον πίνακα,

εμείς βαριόμασταν και σπρώχναμε το μπροστινό θρανίο,

έτσι ώστε το δικό μας να πηγαίνει  προς τα πίσω.

Κάποια στιγμή , την ώρα που ισορροπούσαμε αιωρούμενοι,

πέφτουμε προς τα πίσω που ήταν κενό και μας πλακώνει το θρανίο.

Τρέχει ο δάσκαλος προς το μέρος μας,

παίρνοντας μαζί του και τον  χάρακα.

Εμείς προσπαθούσαμε να βγάλουμε το θρανίο από πάνω μας και αυτός μας κοπανούσε.

Στο υπόγειο απαγόρευε η μάνα μου να έρχονται κορίτσια.

Όχι μόνον δεν τα επέτρεπε να κατεβαίνουν,

αλλά ούτε να στέκονται επάνω,  

για να μην τα παίρνω μάτι και ερεθίζομαι.

Παρακολουθούσε τη σεξουαλική μου δραστηριότητα, από τα εσώρουχα που μου έπλενε.

Πριν τα βάλει στη σκάφη τα περνούσε από έλεγχο.

Το κατάλαβα όταν ήρθε απέναντι από το σπίτι μας η Λένα,

η Αθηναία, ανιψιά της κυρίας  Σούλας που τη φιλοξενούσε για το καλοκαίρι.

Ωραίο το Λενάκι,  κορμάρα, ψωμωμένη,  με αθηναϊκό αέρα!

Συμφωνήσαμε  να έρχεται στο σπίτι μου να διαβάζουμε  Αγγλικά.

Την ώρα που διάβαζε, αντί να βλέπω στο βιβλίο,

το μάτι μου ήταν στα μπούτια της.

Καθόταν σταυροπόδι και κάθε τόσο άλλαζε  πόδια,

τραβώντας συγχρόνως προς τα κάτω την κοντή της φούστα.

Αυτή την αλλαγή την περίμενα με την προσδοκία να τρυπώσω το μάτι μου στα άδυτα,

να δω τι χρώμα είναι το κιλοτάκι της.

Εν τω μεταξύ η μάνα μου κάθε λίγο  μπαινόβγαινε στο δωμάτιο με διάφορες προφάσεις,

κοιτάζοντας το παντελόνι μου αν ήταν φουσκωμένο στην επίμαχη περιοχή και μου είχε σπάσει τα νεύρα.

Μια μέρα με πιάνει  η μάνα μου και μου λέει,

 ότι άλλαξε η συμπεριφορά μου και την αλλαγή αυτή την απέδωσε στη Λένα,

«αυτό το διαβολοθήλυκο που με ξεσηκώνει» και δεν έπρεπε να ξανάρθει.

Εγώ αντέδρασα έντονα, ορκιζόμουνα ότι δεν την έβλεπα πονηρά και  το μόνο που μ΄ ενδιέφερε ήταν να μάθω Αγγλικά.

Αυτή όμως δε με πίστευε και μου έλεγε ότι είναι αμαρτία να ορκίζομαι ψέματα.

Δεν μπορούσα να καταλάβω,

από πού αντλούσε αυτή τη σιγουριά,

ότι έβλεπα τη Λένα ερωτικά.

Την άλλη μέρα με φώναξε  η κυρά Σούλα και μου εκμυστηρεύτηκε πως πήγε από κει η μάνα μου και της είπε να μην ξανάρθει η Λένα στο σπίτι μας,

γιατί σαν αγόρι ήμουνα μπουνταλάς και η ανιψιά της με είχε τρελάνει.

Πήγα στο σπίτι έξω φρενών,  

φωνάζοντας πώς είναι δυνατόν  θεούσα γυναίκα να σκέφτεται τέτοια πονηρά πράγματα και να με κάνει ρεζίλι στη γειτονιά.

Τότε μου έσκασε το μυστικό, ότι μελετούσε τα εσώρουχά μου.

Έτσι εξηγούνταν το ότι μου έδινε να αλλάζω συχνά βρακί,

 ώστε να έχει άμεση ενημέρωση.

Μετά από μισό αιώνα πήγα στο πατρικό μου σπίτι,

που το είχε δώσει προίκα ο πατέρας μου στην κόρη της αδελφής μου.  

Στην αυλή τα κτίσματα είχαν καλύψει την είσοδο από το υπόγειο.

Παραβίασα το παράθυρο που έβλεπε στον δρόμο και κατέβηκα από μια μικρή σκάλα που υπήρχε από μέσα.

Όλα βρίσκονταν στη θέση τους.

 Το σπαθί, η ασπίδα, το πατίνι, τα καραβάκια, οι τρύπιες σφαίρες ….

 Φαινόταν όλη η πορεία της εξέλιξης των παιδικών μου χρόνων.

Σκεφτόμουν με νοσταλγία τα παιδικά μου χρόνια και ζούσα την κάθε περίοδο.

Σε ένα μπαούλο βρήκα τα σχολικά βιβλία και το λεύκωμά μου,

όπου έγραφαν οι συνομήλικοί μου.

Το άνοιξα και το διάβασα.

Τι γνώμη έχετε για τη φιλία; για τον έρωτα; … και στο τέλος,

τι γνώμη έχετε για τον κτήτορα,

δηλαδή την αφεντιά μου.

Βρήκα και τα ημερολόγια,

στα οποία τα απόρρητα γεγονότα ήταν κωδικοποιημένα,

λόγω της υφιστάμενης από τη μάνα μου λογοκρισίας.

Τα  είχα γραμμένα με αριθμούς,

που κάθε αριθμός αντιστοιχούσε σε ένα γράμμα.

Φεύγοντας , πήγα να  σκαρφαλώσω στο παράθυρο,

αλλά δεν τα κατάφερα.

Περίεργο, αυτό για μένα ήταν πολύ απλό.

Χρησιμοποιώντας τη σκάλα,

με το που ανέβηκα στο πρώτο σκαλοπάτι,

είδα στο παράθυρο έναν ασπρομάλλη κύριο.

Μου φάνηκε πως ήταν ο γείτονας,

 ο μπαρπα-Θέμελης,

αλλά δεν άκουσα τον χαρακτηριστικό ήχο από τις παντόφλες του,

που τις έσερνε.

Πρόσεξα καλύτερα και τότε έκανα τη θλιβερή διαπίστωση,

πως ο ασπρομάλλης που έβλεπα ήμουν εγώ, που καθρεφτιζόμουνα στο τζάμι.