10/12/2022
11.2 C
Serres

Αγώνας δρόμου για επάρκεια τροφίμων και συγκράτηση τιμών

Το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης & Τροφίμων εξετάζει την παροχή περαιτέρω κινήτρων για αύξηση της παραγωγής ελληνικών αγροτικών προϊόντων, προκειμένου να μειώσουμε την εξάρτησή μας από άλλες χώρες, ενώ η κατάσταση που επικρατεί σε όλους τους τομείς του πρωτογενούς τομέα έπεσαν στο τραπέζι της διυπουργικής συνάντησης υπό τον κ. Μητσοτάκη και μάλιστα ως αποτέλεσμα της έκρηξης των τιμών σε ενέργεια, μεταφορές και πρώτες ύλες, όπως και οι πιθανές ελλείψεις σε ορισμένα προϊόντα ως απόρροια της εισβολής της Ρωσίας στην Ουκρανία.

Για την επίλυση του επισιτιστικού: Μάχη με το χρόνο

Τι κι αν τα επίσημα χείλη διατείνονται πως «δεν υφίσταται επισιτιστικός κίνδυνος για τη χώρα μας»

Από το κυβερνητικό επιτελείο προγραμματίζονται κινήσεις προκειμένου να μειώσουμε την εξάρτησή μας από άλλες χώρες.

Παράλληλα αποφασίσθηκε η εντατικοποίηση των ελέγχων για την αντιμετώπιση αθέμιτων εμπορικών πρακτικών και πιθανών φαινομένων κερδοσκοπίας.

Με την κυβέρνηση να αναλύει συνεχώς τα νέα δεδομένα και την επικαιροποίηση της εργαλειοθήκης όπως προτείνεται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία συνεχώς αξιολογείται ως βάση για τις παρεμβάσεις που θα ακολουθήσουν.

Ο πρωτογενής τομέας φυσικά θα συνεχίσει να έχει την απόλυτη στήριξη της κυβέρνησης, καθώς επηρεάζεται άμεσα από την ενεργειακή και γεωπολιτική κρίση και ο οποίος αποτελεί ευαίσθητο δομικό πυλώνα ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας και για το λόγο αυτό αξιοποιούνται όλα τα διαθέσιμα εργαλεία εντός του πλαισίου της ΕΕ και των αντοχών της ελληνικής οικονομίας.

Σε ό,τι αφορά το μαλακό σιτάρι, η χώρα μας εισάγει σε ετήσια βάση από Ουκρανία και Ρωσία περίπου 250.000-300.000 τόνους (από τους συνολικά 900.000 που χρειάζεται), με την Ουκρανία να συνεχίζει παρά τον πόλεμο να εξάγει μικρότερες έστω ποσότητες σε διάφορες χώρες.

Ήδη χρησιμοποιούνται εναλλακτικές πηγές προμήθειας του συγκεκριμένου προϊόντος, όπως π.χ. από Γερμανία, Ουγγαρία, Ρουμανία, Βουλγαρία κ.ά., ενώ επανεξετάζονται μετά από χρόνια οι εναλλακτικές αγορές της Βορείου Αμερικής.

Αναφορικά με το ηλιέλαιο, στο οποίο έχει μπει πλαφόν από όλες σχεδόν τις αλυσίδες σούπερ μαρκετ, ο κ. Γεωργαντάς σημείωσε ότι η Ελλάδα έχει μεγάλη παραγωγή σε ηλιοτρόπιο, ωστόσο, το 90% της παραγωγής κατευθύνεται στα βιοκαύσιμα και μόλις το 10% για μαγειρική χρήση ή ως συστατικό για την παραγωγή προϊόντων, όπως τα μπισκότα, η μαργαρίνη, τα πατατάκια κ.λπ., ενώ τις ανάγκες μας μέχρι σήμερα τις κάλυπτε η Ουκρανία.

Κίνητρα για αύξηση της παραγωγής

Σε κάθε περίπτωση, το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης & Τροφίμων εξετάζει την παροχή περαιτέρω κινήτρων για αύξηση της παραγωγής ελληνικών αγροτικών προϊόντων, προκειμένου να μειώσουμε την εξάρτησή μας από άλλες χώρες.

Στη συζήτηση μπήκε το θέμα των αυξήσεων στο κόστος παραγωγής, που έχει υποστεί ο πρωτογενής τομέας και πιο συγκεκριμένα από την ενέργεια, τα λιπάσματα και τις ζωοτροφές, γεγονός το οποίο έχει αποτυπωθεί και στα ράφια, δηλαδή στην…τσέπη του τελικού καταναλωτή.

Πάταξη της αισχροκέρδειας

Το ζήτημα της αισχροκέρδειας αποτελεί κορυφαία προτεραιότητα της κυβέρνησης, κάτι το οποίο αποδεικνύεται και από τα τσουχτερά πρόστιμα που επιβάλλονται σε εταιρείες που εμφανίζουν πολύ υψηλά ποσοστά κερδοφορίας σε σχέση με πέρυσι, αλλά και στα πλαφόν που έχουν τεθεί στα περιθώρια αυτά.

Ηδη,  οι τιμές σε σχέση με πέρυσι είναι σημαντικά αυξημένες, αφού η μία μετά την άλλη επιχείρηση σε όλους σχεδόν τους κλάδους οικονομικής δραστηριότητας, έχουν περάσει ανατιμήσεις προκειμένου να μπορέσουν να καλύψουν μέρος της δραματικής αύξησης του λειτουργικού τους κόστους.

Θυμίζουμε ότι ο πληθωρισμός Φεβρουαρίου στη χώρα μας διαμορφώθηκε στο 7,2% με τα σημαντικότερα είδη τροφίμων-ποτών να εμφανίζουν μέσες ετήσιες αυξήσεις ως εξής:

5,9% το ψωμί και τα δημητριακά, 4,2% το μοσχαρίσιο κρέας, 14,4% το αιγοπρόβειο κρέας, 6,8% τα πουλερικά, 3,6% τα ψάρια, 6% τα γαλακτοκομικά και τα αυγά, 16,8% τα έλαια, 9,8% τα φρούτα, 15,2% τα λαχανικά, 4,1% ο καφές και 1,7% η κατηγορία αναψυκτικού, μεταλλικού νερού και χυμών

Σε μία ετήσια περίοδο, βέβαια, κατά την οποία η μέση αύξηση στο ηλεκτρικό ρεύμα είναι 71,4%, του φυσικού αερίου 78,5%, του πετρελαίου θέρμανσης 41,5% και των καυσίμων/λιπαντικών 23,2%.