Μάρκος Μπόλαρης: Αρσανάς

Αρσανάς, από τον Μάρκο Μπόλαρη

Στους παραθαλάσσιους τόπους το καρνάγιο, ο ταρσανάς, το μέρος που χτίζονται οι βάρκες, τα καίκια,
τα πλοία, οι πλωτήρες !

Το βασίλειο, το εργαστήρι των καραβομαραγκών, όπου η έγνοια, η
πατροπαράδοτη σοφία, η μαστορία, η τέχνη, η τεχνική κι η επιστήμη του κατασκευάζειν, από τους
κορμούς του δάσους, πλεούμενο, πλοίο, πλοίο που αντέχει την ένταση του κύμματος, τον θυμό του
αγέρα, την οργή των κυμμάτων, την κορύφωση της θύελλας, την ένταση της καταιγίδας, την απληστία
του θαλασσίου βύθιου δράκοντος που αναζητεί τίνα καταπίει !

Αρσανάς,
η μέριμνα των ναυτικών, η εμπιστοσύνη των ποντοπόρων, η επίδειξη της μαστοριάς, η σημασία της
λεπτομέρειας στα χέρια του καραβομαραγκού !

Του καραμαραγκού που χτίζει στ’ ακροθαλάσσι σε
νηνεμία κι ηρεμία, αλλά διαλέγει από ξύλα ευσκιόφυλλα του βαθύσκιωτου δάσους τους
καταλληλότερους κορμούς, τα μαδέρια, τις τραβέρσες, τα σανίδια, ώστε το ποίημα των χειρών του,
σκαφίδα ή βάρκα, τρεχαντήρι ή καίκι, μπρίκι ή γολέτα , ολκάδα ή σκούνα, την κρίσιμη στιγμή , την
ώρα που η ντραμουντάνα, απειλητικός ο βορέας, σηκώνει βουνό τα κύμματα, θεόρατες τις θάλασσες,
κείνη την στιγμή, εκείνες τις φοβερές ώρες που το σκάφος θα βρεθεί ανυπεράσπιστο στη μανία της
πίεσης και της επίδειξης του Ποσειδώνα, όπως όταν συνέτριβε τα Ιθακίσια πλοία, αφήνοντας Οδυσσέα
και συντρόφους εν τω μέσω του οίνοπος πόντου να χαροπαλεύουν, εκείνες τις αδυσώπητες ώρες το
σκάφος να αντέξει, οι αρμοί του να μην ανοίξουν, οι σανίδες του να μη σπάσουν, οι τραβέρσες να μην
λυγίσουν, κείνες τις στιγμές, το κρίσιμο είναι το επιμελώς χτισμένο πλοίο, να αντέξει στο αιμοβόρο
κυνηγητό, στην ανελέητη πίεση των θαλάσσιων όγκων που ορέγονται την βύθιση, τον αφανισμό, ως
επίδειξη ισχύος !

Αρσανάς !

Και στ’ Αγιονορείτικα Μοναστήρια,
αρσανάς ο ιδιωτικός λιμένας κάθε Μονής, με την προβλήτα γιά το δέσιμο των πλοίων εμπορικών κι
επιβατηγών, στους αιώνες, από κτίσεως της Μοναστικής Πολιτείας, αφού από τους 961 χρόνους μετά
την Χριστού γέννα ο Άγιος Αθανάσιος, Τραπεζούντιος τω γένει, επιστήθιος φίλος του κλεινού
Αυτοκράτορος Νικηφόρου του Φωκά, του εκστρατεύσαντος κι ελευθερώσαντος την Κρήτη από τους
μωαμεθανούς σαρακηνούς, που είχαν καταντήσει πληγή πειρατείας γιά τους νησιώτες κι όλους τους
παρά τον αιγιαλόν του Αιγαίου πληθυσμούς, ήταν ο Αθανάσιος ο Αθωνίτης ο πρώτος που σε όρμο
ασφαλή με νοτιοανατολικό άνοιγμα στα πέλαγο, ίδρυσε τον πρώτο αρσανά του Όρους, με άνοιγμα
προς την Λήμνο, γιά να υποδέχονται ασφαλώς σε τούτο το πολυκύμαντο ακρωτήρι στον Ακράθω, τα
πλοία από την Βασιλεύουσα, τις ολκάδες με τα υλικά κατασκευής της Λαύρας, που αναδείχτηκε
Μεγίστη, τα εμπορεύματα από τη Θράκη, τη Μικρασία, τη Θεσσαλονίκη, τα σταφύλια από την Λήμνο,
το τυρί απ’ το Μετόχι της Κυρά Παναγιάς στις Σποράδες,

Αρσανάς,

Και το σημείο υποδοχής κι επαφής με τον λοιπό κόσμο, μέσω του απέραντου γαλάζιου του Αιγαίου,
αρσανάς και τα παραθαλάσσια κτίσματα όπου φυλάγονται όταν έλκονται κι αποτραβιούνται από τη
θάλασσα προς φύλαξη τους τον καιρό του χειμώνα οι βάρκες, οι ψαρόβαρκες, τα καίκια του
Μοναστηριού.

Στην βόρεια πλευρά
της αγιονορείτικης χερσονήσου, σε όμορφο ανοιχτόκαρδο όρμο, με ξανθή γελαζούμενη αμμούδα και
προσανατολισμό στον λεβάντε, να βλέπει κάθε πρωί τον ήλιο να ανατέλλει μέσα απ’ τα κύμματα του
Θρακικού, στέκει περήφανος, άγρυπνος φύλακας, φρουρός στους αιώνες ο Πύργος του
Κουτλουμουσιανού αρσανά, ήγουν του αρσανά της Μονής Κουτλουμουσίου, που τιμώντας τον
Μεταμορφωθέντα εν Θαβωρεία δόξη Δεσπότη Χριστό, ψηλά μέσα σε δάσος αρχαίας καστανιάς, παρά
την Σκήτη των Καρυών, Έδρας των Γερόντων, αγναντεύει αφ’ υψηλού την θάλασσα και πάντα τα εν
αυτή, ομοίως δε και τον Πύργον του αρσανά της.

Καλιάγρα, ο θαλασσινός όρμος, όπου ο αρσανάς του Κουτλουμούς, τουτέστιν καλής άγρας ο
ψαρότοπος, εύκολα προσβάσιμς τόπος στον γυαλό γιά τους ψαράδες και, το μείζον, ακροθαλάσσι
καλής άγρας, καλής ψαριάς , το λοιπόν θάλασσα, σαν εκείνη που ο Χριστός όταν συνάντησε τους
αλιείς μαθητές του, που όλην την νύχτα κοπιάσαντες ουδέν αλίευσαν, τους υπέδειξε να ξαναρίξουν τα
δίχτυα μ’ αποτέλεσμα να γεμίσει ψάρια η βάρκα εις το βυθίζεσθαι αυτήν,
ένας Πύργος,
Πύργος καστροθεμελιωμένος πάνω σε ριζιμιούς θαλασσόβραχους,
Πύργος να αντέχει και να αποκρούει τις φουσκοθαλασσιές και τα απέραντα γιουρούσια των
κυμμάτων, των σαρακήνικων κι άλλων πειρατικών επιθέσεων στους καιρούς και τους αιώνες των
αιώνων.

Έχει γέφυρα εισόδου ο πύργος του αρσανά, γέφυρα πού όταν ανακληθεί κόβεται η επικοινωνία με την ξηρά κι απομονώνεται ο Καστρόπυργος, μόνος μόνω επί του θαλασσόβραχου,
περιβαλλόμενος από το αλμυρό νερό, δυσκολεύοντας το ρεσάλτο κάθε επιβουλευομένου !

Και πάνω στην κορφή , στο τελευταίο όροφο τούτου του περήφανου φύλακα Πύργου, στο
περηφανέστερο μέρος του Κουτλουμουσιανού Αρσανά, το Ναύδριο των Αρχαγγέλων Μιχαήλ και
Γαβριήλ, των Ταξιαρχών των Ασωμάτων Δυνάμεων .

Καθώς τελείωνε ,
η πρωινή ακολουθία, προτού να φέξει ακόμη, όρθρου βαθέως, στο Καθολικό της Μονής του
Κουτλουμουσίου, φοιτητής εγώ τότε της Νομικής, ήρθε ο διάκο Αναστάσης, Κωνσταντινουπολίτης τω
γένει, και μου λέει : θα κατέβουμε στην Καλιάγρα, στον αρσανά, να λειτουργήσουμε με τον παπά
Νεκτάριο τους Αρχαγγέλους του Πύργου. Θά ‘ρθεις ;

Η ζωή μας σημαδεύεται από στιγμές ! Στιγμές, που η άχαρη ζωή ανέρχεται κλίμακα, ξεφεύγει την ανία
και πλήξη της καθημερινότητας που μας οξειδώνει, μας σκουριάζει, στιγμές που η ένταση της
εμπειρίας, εμπειρίας ανάτασης και φωτός, την μετατρέπει σε βίο,
που σημαίνει, που σηματοδοτεί,
καταπώς διαπιστώνει
κι ο Διονύσιος ο Σολωμός, όταν περιγράφει υπαρξιακή εμπειρία του,
«Σαν ήλιος όπου ξάφνου σκεί πυκνά και μαύρα νέφη
Τ’ όρος βαρεί κατάραχα και σπίτια ιδές στη χλόη»,
να ένας τέτοιος ήλιος,
μιά τέτοια ανατολή, που την βίωσα άναυδος, όπως τον θωρούσα από το μικρό πελαγίσιο παράθυρο του
ιερού του ναίσκου , υπό την σκεπή του Πύργου, καθώς ανέτειλε μεγαλόπρεπα , την ώρα που ψάλλομε
την Δοξολογία, που έψαλλε εκ καρδίας ο διάκος το «Δόξα Σοι τω δείξαντι το φώς», καθώς χρυσάφισε
το πέλαγος κι αναγάλιασε η σύμπασα κτίση,
ένας τέτοιος ήλιος,
που σκεί τα πυκνά και μαύρα νέφη κακομοιριάς, μιζέριας, αποπροσανατολισμού, απελπισίας,
ένας λαμπρός ήλιος,
ελπίδας, άλλης βιοτής, άλλης ημέρας, ανοιχτών οριζόντων,
τ’ όρος εβάρεσε κατάραχα,
τ’ Αγιονόρος φώτισε, έδειξε σπίτια στη χλόη, μοναστήρια, σκήτες, αρσανάδες, δάση, λιβάδια, γιαλούς,
παραλίες,

Και σημάδεψε
με μιά ανείπωτη εμπειρία , από αυτές που ομορφαίνουν την ανθρώπινη βιοτή,
στο Ναύδριο των Αρχαγγέλων του αρχαίου Πύργου, του Πύργου που μύριζε μούχλα κλεισούρας
ανάκατη με αρμύρα θαλασσινή, του αρσανάρη Πύργου με την σκόνη των αιώνων στους πετρόχτιστους
τείχους του, με τους φθεγγομένους λίθους του που μαρτυρούν πρόσωπα και γεγονότα, καπεταναίους
και ναύτες, ψαράδες και πειρατές, καλογέρους κι ηγουμένους, αρσανάρηδες και παπάδες, προσκυνητές
και ληστές !

Σαν ήλιος όπου ξάφνου …

Διαβάστε επίσης