Οικονομικό Επιμελητήριο Ελλάδος: Πρόβλημα ο πληθωρισμός

Την πρόβλεψη πως οι ανατιμήσεις των προιόντων θα αργήσουν να αποχωρήσουν, έκανε το Οικονομικό Επιμελητήριο Ελλάδος, όπως και η πίεση στο εισόδημα των νοικοκυριών και – κατ΄ επέκταση – στην κερδοφορία και τον τζίρο των επιχειρήσεων.

Παρότι είχαμε μείωση της ανεργίας εν μέσω της κρίσης πάνω από 5,5 εκατοστιαίες μονάδες και σημαντική ανάπτυξη της οικονομίας, δυστυχώς η βίαιη απολιγνιτοποίηση, η ιδιωτικοποίηση του 17% της ΔΕΗ, όπως και το Χρηματιστήριο Ενέργειας αλλά και η επιδότηση της αγοράς ενέργειας, οδήγησαν σε μια αβέβαιη και ασθενική ανάπτυξη.

Κι όλα αυτά παρότι η χώρα μας έκανε ρεκόρ επενδύσεων σε φωτοβολταϊκά, το κόστος ενέργειας ανέβηκε με αποτέλεσμα και δυστυχώς τα μέτρα ελάφρυνσης να μην επαρκούν για μια ισχυρή ανάπτυξη

Οικονομικό Επιμελητήριο Ελλάδος: Οι ανατιμήσεις θα αργήσουν να υποχωρήσουν

Τις θέσεις τους για την τρέχουσα κατάσταση, αναφορικά με την κατακόρυφη αύξηση του κόστους σε όλες τις εκφάνσεις της οικονομικής ζωής, κατέθεσαν εκπρόσωποι της κυβέρνησης και των κοινοβουλευτικών κομμάτων, στην εκδήλωση του Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδος, με θέμα, «Κόστος ενέργειας, πληθωρισμός και διεθνής αναταραχή: Πώς σκιαγραφείται το μέλλον για την ελληνική οικονομία;».  

Ο Αναπληρωτής Υπουργός Ανάπτυξης, Νίκος Παπαθανάσης, τόνισε ότι τα μέτρα στήριξης, που έλαβε η κυβέρνηση, οδήγησαν σε μείωση της ανεργίας εν μέσω της κρίσης πάνω από 5,5 εκατοστιαίες μονάδες και σε σημαντική ανάπτυξη της οικονομίας. «Μετά τα 43 δισ. Ευρώ του πακέτου της κυβέρνησης, ήρθαν μέτρα επιπλέον 3,5 δισ. για να καλύψουν την ασύμμετρη επιστροφή στη ζήτηση από τους καταναλωτές. Πετύχαμε πράγματα με μετρήσιμους στόχους.

Προβλέπουμε φέτος 3,5% ανάπτυξη και 3,1% για το 2023. Πετύχαμε σημαντική άνοδο επενδύσεων (στις ιδιωτικές +20% το 2020 και +15% το 2021), λόγω των μεταρρυθμίσεων, που εφαρμόσαμε. Κάτω από αυτό το γκρίζο πέπλο, που κυριαρχεί παγκοσμίως, βρίσκεται μια δουλειά από την κυβέρνηση, που δεν την αφήνει να φανεί η ενεργειακή κρίση και ο πόλεμος στην Ουκρανία». 

Σε ό,τι αφορά το αν η Ελλάδα κινδυνεύει να εκτροχιαστεί και να οδηγηθεί σε νέο μνημόνιο, ο κ. Παπαθανάσης είπε: 

«Δεν κινδυνεύει η χώρα να εκτροχιαστεί. Πολύ προσεκτικά παρακολουθεί τα οικονομικά της, και αναβαθμίζεται συνεχώς (δεν είναι τυχαίο ότι μέσα στην κρίση ανεβήκαμε πέντε βαθμίδες). Βλέπει μπροστά της, και δεν ξέρει πότε θα τελειώσει αυτό, ώστε να μπορεί από τον πλούτο που παράγει, να ενισχύει τους πολίτες της, που το έχουν ανάγκη». 

Ο πρώην Υπουργός Ενέργειας, Γιώργος Σταθάκης, δήλωσε ότι η παρούσα κυβέρνηση έκανε τέσσερα στρατηγικά λάθη.

«Πρώτον, η βίαιη απολιγνιτοποίηση, η οποία δεν χρειαζόταν.    

Δεύτερον, η ιδιωτικοποίηση του 17% της ΔΕΗ ήταν αχρείαστη, διότι αυτοί, που αγοράζουν καθορίζουν την πολιτική της επιχείρησης. Και η απολιγνιτοποίηση επιβλήθηκε από την αγορά. 

Τρίτον, τραγικό λάθος, το Χρηματιστήριο Ενέργειας το δημιουργήσαμε για να φτιαχτεί η προθεσμιακή αγορά, η οποία λείπει, γι’ αυτό και είχαμε άνοδο τιμών στην Ελλάδα κατά 60%, ενώ στην Ευρώπη 25%.  

Τέταρτον, η κυβέρνηση επέλεξε τη χειρότερη μορφή στήριξης, που είναι η επιδότηση της αγοράς ενέργειας, η οποία και κοστίζει πολύ, και δεν λύνει το πρόβλημα». 

Χαρακτήρισε κραυγαλέα και λάθος την πολιτική της κυβέρνησης στην ενέργεια, αφού «επιδοτεί την αισχροκέρδεια και με οριζόντιο τρόπο». 

Ο πρώην Υπουργός Ενέργειας, Γιάννης Μανιάτης, υποστήριξε ότι έπρεπε να είχε υπάρξει έστω και μία παραίτηση αξιωματούχου των Βρυξελλών, δεδομένου ότι, σήμερα, η Ευρώπη πληρώνει το φυσικό αέριο στα 300 δολάρια, όταν οι ΗΠΑ στα 45 και η Ιαπωνία στα 90. «Η χώρα μας είναι η έκτη καλύτερη στην παραγωγή φωτοβολταϊκής και αιολικής ενέργειας στον ηλεκτρισμό. Στα 4-5 πιο δύσκολα χρόνια της κρίσης, η Ελλάδα έκανε ρεκόρ επενδύσεων σε φωτοβολταϊκά. Άρα, η Ελλάδα μια χαρά είναι. Άλλοι να κοιτάξουν τη δουλειά τους. Κάνει μια χαρά το καθήκον της, από το 2010, στον παγκόσμιο αγώνα κατά της κλιματικής αλλαγής. Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας έχει εκτιμήσει ότι υπάρχουν 120 μέτρα, που μπορούν να ληφθούν για την αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης. Εμένα με ενδιαφέρουν, από όλα αυτά, τα λίγα, που δημιουργούν θέσεις εργασίας και δεν εισάγουν λύσεις από το εξωτερικό».   

Ο βουλευτής του ΚΚΕ, Νίκος Καραθανασόπουλος, μίλησε για μια μεγάλη αντίφαση: «Πώς από τη μια μεριά η χώρα μας είναι τόσο πολύ πλούσια σε πηγές παραγωγής ενέργειας και πώς από την άλλη υπάρχει τόσο εκτεταμένη φτώχεια, όχι μόνο την τελευταία περίοδο, αλλά και τις δεκαετίες του 2010 και του 2020. Υπάρχει ένα κοινωνικό-οικονομικό σύστημα, που αγκομαχά από αβέβαιη και ασθενική ανάπτυξη σε κρίση και αντίστροφα και η ζωή συνεχίζεται. Η αιτία είναι η υπερσυσσώρευση κεφαλαίων, που δεν βρίσκει κερδοφόρα διέξοδο, με αποτέλεσμα τα λιμνάζοντα αυτά κεφάλαια να δημιουργούν αυτές τις κρίσεις». Πρότεινε να σταματήσει η χώρα το εμπάργκο απέναντι στη Ρωσία, διότι αυτή η κίνηση – όπως είπε – θα μας εξασφαλίσει φτηνότερες ποσότητες φυσικού αερίου. 


Ο Πρόεδρος του ΟΕΕ, Κωνσταντίνος Κόλλιας, είπε ότι «Το ρεκόρ 2,5 δεκαετιών του πληθωρισμού στη χώρα μας δείχνει ότι οι ανατιμήσεις θα αργήσουν να αποχωρήσουν. Με άλλα λόγια, ότι η πίεση στο εισόδημα των νοικοκυριών και – κατ΄ επέκταση – στην κερδοφορία και τον τζίρο των επιχειρήσεων θα συνεχιστεί. 

Ταυτόχρονα, αναμένουμε την επόμενη εβδομάδα τις αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για τα επιτόκια. Η αναμενόμενη αύξηση του κόστους δανεισμού θα επηρεάσει μεγάλο μέρος νοικοκυριών και επιχειρήσεων. 

Τα μέτρα ελάφρυνσης, που ανακοίνωσε η κυβέρνηση για το αυξημένο κόστος ρεύματος, είναι σίγουρα μια σημαντική ανάσα, αλλά δείχνουν ότι απαιτείται διαρκής εγρήγορση και ευελιξία, ώστε οι πολιτικές να προσαρμόζονται, όσο βέβαια αυτό είναι εφικτό. 

Το θετικό είναι ότι η ελληνική οικονομία είναι καλά οχυρωμένη και, έχοντας την εμπειρία της προηγούμενης δεκαετίας, με τα προγράμματα προσαρμογής, θα μπορέσει να αντιμετωπίσει καλύτερα τις προκλήσεις. 

Ώστε οι πληθωριστικές πιέσεις να μην αποτελέσουν τροχοπέδη για την συνέχιση των επενδύσεων στη χώρα μας». Έκλεισε λέγοντας ότι «το ΟΕΕ θέλοντας να συμβάλει στο δημόσιο διάλογο, εκπονεί μια ολιστική μελέτη στα θέματα της ενεργειακής κρίσης και της πράσινης μετάβασης, με τη συγγραφική ομάδα να αποτελείται από καθηγητές οικονομικών και την επιμέλειά της έχει αναλάβει ο καθηγητής κ. Μανιάτης».