Γιατί η παχυσαρκία είναι κοινωνικό σύμπτωμα και όχι «ατομική ευθύνη»

Για τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας η παχυσαρκία είναι μια παγκόσμια επιδημία. Ο αριθμός των παχύσαρκων ανθρώπων τριπλασιάστηκε ανάμεσα στο 1975 και το 2016. Όμως, εάν κοιτάξουμε τον τρόπο που συζητάμε το πρόβλημα της παχυσαρκίας, δύο στοιχεία θα τραβήξουν την προσοχή μας.

Το ένα είναι ότι αυτή τη στιγμή αντιμετωπίζεται ως μια πραγματική επιδημία και ως ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα υγείας στον αναπτυγμένο κόσμο.

Το δεύτερο είναι ότι σε μεγάλο βαθμό αντιμετωπίζεται ως ένα ζήτημα «ατομικής ευθύνης», ως ζήτημα δηλαδή που αφορά την ανικανότητα των ανθρώπων να προσέξουν την υγεία τους. Μάλιστα, σε ορισμένες περιπτώσεις αυτή η έλλειψη «ατομικής ευθύνης» αντιμετωπίζεται και ως επιβαρυντικός παράγοντας και για τα συστήματα υγείας που «πληρώνουν το κόστος».

Μάλιστα, εμφανίζεται το παράδοξο την ώρα που υποτίθεται ότι καταδικάζουμε το body shaming και τους αρνητικούς χαρακτηρισμούς για τα σώματα που είναι παχύσαρκα, την ίδια στιγμή η κλίμακα της ενοχής που ενσταλάζουμε στους ανθρώπους που είναι υπέρβαροι, ολοένα και αυξάνει.

Μόνο που όλα αυτά απλώς δεν βλέπουν το πρόβλημα: η παχυσαρκία δεν είναι μια εσφαλμένη ατομική επιλογή ή ανευθυνότητα, αλλά το σύμπτωμα των μεγάλων κοινωνικών προβλημάτων που αντιμετωπίζουμε.

Πώς παράγεται η παχυσαρκία

Το γιατί η παχυσαρκία είναι επιβαρυντικός παράγοντας για την υγεία είναι κάτι που έχει καταγραφεί αρκετά επαρκώς. Ξέρουμε τη συσχέτισή της με ένα μεγάλο φάσμα από προβλήματα υγείας, από τον διαβήτη και καρδιαγγειακά προβλήματα, μέχρι νεοπλασίες. Ξέρουμε επίσης ότι είναι επιβαρυντικός παράγοντας σοβαρός σε άλλες περιπτώσεις, με πιο πρόσφατο παράδειγμα την πανδημία COVID-19.

Ξέρουμε ακόμη και τους μηχανισμούς με τους οποίους οι άνθρωποι στις αναπτυγμένες χώρες τείνουν να είναι περισσότερο παχύσαρκοι. Ο τρόπος ζωής είναι καθιστικός, σε αντίθεση με το παρελθόν. Οι άνθρωποι έχουν πολύ μεγαλύτερη και ευκολότερη πρόσβαση σε τροφές και ροφήματα με μεγάλο θερμιδικό φορτίο και συχνά αυτά είναι τα πιο εύκολα και φτηνά που μπορεί κανείς να βρει. Οι άνθρωποι δεν έχουν χρόνο για άσκηση, ούτε και για ουσιαστική ψυχαγωγία και το κακής ποιότητας φαγητό μπορεί να είναι και ο μόνος τρόπος εκτόνωσης.

Μόνο που αυτή η περιγραφή αρχίζει και μας δείχνει και το πώς το πρόβλημα είναι συνολικότερο και δεν αφορά απλώς κάποιες εσφαλμένες ατομικές επιλογές.

Κοινωνίες που μας παχαίνουν

Κάποτε το χαρακτηριστικό του φτωχού ανθρώπου ήταν ακριβώς ότι ήταν λεπτός, ενίοτε και λιπόσαρκος. Αντιθέτως για μεγάλο διάστημα της ιστορίας η παχυσαρκίας ήταν ταυτισμένη με τον πλούτο. Ακόμη και στα κόμικ του πρώτου μισού του εικοστού αιώνα οι πλούσιοι παρουσιάζονταν συχνά ως καλοζωισμένοι.

Αυτό ήταν λογικό. Για μεγάλο διάστημα τα πιο φτωχά τμήματα των κοινωνιών δεν είχαν πρόσβαση σε επαρκή ποσότητα φαγητού και όσο υπήρχε έπρεπε να κατανέμεται πρώτα υπέρ των εργαζομένων. Πλεόνασμα είχαν μόνο οι πλούσιοι.

Μόνο σταδιακά άρχισαν και έχει και το σύνολο των εργαζομένων την πλήρη πρόσβαση σε όσο φαΐ ήθελαν. Σε κοινωνίες όπως η ελληνική ουσιαστικά θα χρειαστεί να φτάσουμε στην μεταπολεμική περίοδο για να το δούμε αυτό.

Όμως, μπορεί να περνούσαμε σε φάση «κοινωνιών αφθονίας», όμως άρχισαν να προκύπτουν άλλα προβλήματα με τη διατροφή. Καταλάβαμε τη σημασία που έχει η καλή διατροφή αλλά και τις επιπτώσεις της κακής διατροφής.

Παράλληλα, ο τρόπος ζωής των ανθρώπων άλλαζε. Πολλές ώρες εργασίες, μεγάλες μετακινήσεις από και προς τη δουλειά, δυσκολία να υπάρχει περιθώριο για κανονικά γεύματα. Όμως, οι άνθρωποι δεν σταματούσαν να πεινάνε, να θέλουν να φάνε κάτι «που να τους κρατάει».

Τη λύση έσπευσε να δώσει η βιομηχανία των τροφίμων: υδατάνθρακες, επεξεργασμένα λίπη, άφθονο αλάτι και τόνοι ζάχαρης. Με μεγάλα έσοδα, τεράστια διαφήμιση και χωρίς το στίγμα που κάποια στιγμή άρχισε να έχει π.χ. η βιομηχανία του καπνού.

Με αποτέλεσμα να διαπιστώνουν έρευνες ότι σε ορισμένες περιπτώσεις παιδιά πίνουν ελάχιστο νερό καθημερινά γιατί ενυδατώνονται κυρίως με την κατανάλωση αναψυκτικών.

Και όλα αυτά την ώρα που οι άνθρωποι συχνά δεν είχαν το χρόνο να μαγειρέψουν στο σπίτι και άρα να φτιάξουν κάτι πιο υγιεινό και λιγότερο παχυντικό.

Ας προσθέσουμε σε αυτό και το γεγονός ότι και το αλκοόλ, ακόμη και σε ποσότητες που δεν τις αντιμετωπίζουμε ως «προβληματική συμπεριφορά», έχει αρκετές θερμίδες, κατανοούμε τον μηχανισμό του προβλήματος.

Την ίδια ώρα ξέρουμε πια και μέσα από έρευνες ότι παράγοντες όπως το στρες και η ανασφάλεια συνδέονται με την αύξηση του σωματικού βάρους. Με τον ίδιο τρόπο που αρχίζουμε και αντιλαμβανόμαστε καλύτερα το πώς επενεργούν συστατικά των υψηλά επεξεργασμένων τροφών όπως η φρουκτόζη.

Δεν είναι τυχαίο ότι παρότι αναγνωρίζουμε αυτό το πρόβλημα εδώ και αρκετές δεκαετίες, καμιά χώρα δεν έχει καταφέρει να αντιστρέψει τα τελευταία 50 χρόνια την τάση για αυξημένη παχυσαρκία.

Και βέβαια ο ταξικός χαρακτήρας του προβλήματος είναι εμφανής στο ότι πλέον, η διατήρηση χαμηλού σωματικού βάρους, ιδίως από μια ηλικία και πάνω, δεν είναι ένδειξη φτώχειας, αλλά το αντίθετο: εκείνης της οικονομικής άνεσης που επιτρέπει την καλύτερη διατροφή και τη περισσότερη άσκηση.

Τα όρια της ατομικής ευθύνης

Η λογική της ατομικής ευθύνης λέει ότι το άτομο πρέπει να προσέξει το ίδιο την υγεία του. Και όντως τα άτομα βομβαρδίζονται από έναν τεράστιο όγκο πληροφοριών και συμβουλών για τη διατροφή, όπως και από μια ολόκληρη βιομηχανία με αντικείμενο την ευζωία.

Μόνο που τα αποτελέσματα είναι αντιφατικά. Για παράδειγμα ξέρουμε πια πολύ καλά τα όρια που έχουν δίαιτες: τα σώματά μας προσαρμόζονται στις λιγότερες θερμίδες και σταδιακά η παραπέρα απώλεια βάρους γίνεται πιο δύσκολη και ακόμη πιο δύσκολη η διατήρηση του

Υπάρχει η λύση της σωματικής άσκησης, αλλά και εκεί υπάρχουν όρια στο πόσο ελεύθερο χρόνο έχουν οι άνθρωποι για να μπορούν να έχουν το είδος σωματικής άσκησης που όντως τους επιτρέπει να μην αυξάνεται το σωματικό τους βάρος;

Και προφανώς υπάρχουν όλα τα «μη» που μπορεί να είναι διαιτολογικά ορθά, αλλά συχνά προσκρούουν στις συνθήκες που οδηγούν τους ανθρώπους στο να έχουν κακή σχέση με τη διατροφή και ενίοτε στο να μην έχουν και πολλές επιλογές ως προς την ποιότητα της διατροφής του.

Αναζητώντας μια διαφορετική προσέγγιση

Οι περισσότερες από τις λύσεις που έχουν προταθεί μέχρι τώρα έχουν δείξει τα όριά τους. Οι εκστρατείες κατά της παχυσαρκίας δεν έχουν φέρει τα αναμενόμενα αποτελέσματα και ενίοτε προκαλούν και το αντίστροφο αποτέλεσμα, καθώς οι άνθρωποι τις αισθάνονται ως να στρέφονται εναντίον τους και όχι εναντίον του ίδιου του προβλήματος.

Αντίστοιχα, ο τρόπος που συζητιέται η αναγραφή των διατροφικών κινδύνων στις συσκευασίες, κατά τρόπο ανάλογο με αυτό των πακέτων τσιγάρων, δεν είναι βέβαιο ότι θα έχει το αποτέλεσμα. Γιατί το ζήτημα είναι να μη φτάσει ο άλλος να επιθυμεί διακαώς ένα κακής διατροφικής ποιότητα προϊόν, ακόμη και εάν η συσκευασία του υποδεικνύει κινδύνους.

Μια διαφορετική προσέγγιση θα μας οδηγούσε να συνειδητοποιήσουμε πολύ καλύτερα τους δύο όντως αιτιώδεις παράγοντες για την έκρηξη της παχυσαρκίας.

Από τη μια έχουμε να κάνουμε με τον πυρήνα των κοινωνικών συνθηκών.  Εάν δεν μειώσουμε το άγχος, στο στρες, την ανασφάλεια, την επισφάλεια, τους μεγάλους χρόνους εργασίας και μετακίνησης από και προς τη δουλειά και εάν δεν δώσουμε στους ανθρώπους περισσότερο χρόνο για μπορούν να μαγειρεύουν οι ίδιοι, να τρώνε κανονικά και υγιεινά και να μπορούν να αθληθούν, τότε δύσκολα θα μπορέσουμε να αντιστρέψουμε την «επιδημία» της παχυσαρκίας. Και μόνο έτσι μπορούν να πιάσουν τόπο αναγκαίες κατευθύνσεις όπως είναι η έμφαση στη διατροφική παιδεία.

Από την άλλη, πρέπει να δούμε και την κατάσταση με τη βιομηχανία των τροφίμων και τον τρόπο που έχει ευθύνη για την διατροφικό τοπίο, προβάλλοντας πρότυπα διατροφής που συμβάλλουν στο πρόβλημα και αρνούμενη συχνά να κάνει κρίσιμες αλλαγές στα προϊόντα που παράγει. Από τον τρόπο που διαμόρφωσαν μια εικόνα για το «πρωινό» που επέβαλε σχεδόν τα επεξεργασμένα δημητριακά ως αυτονόητη διατροφή, μέχρι τη διαρκή προβολή της ανάγκης για «σνακ», τα παραδείγματα είναι αρκετά. Μάλιστα, όπως έχουν παρατηρήσει συχνά στοχοποιήθηκαν τα «λιπαρά» και διαμορφώθηκε ένα ολόκληρο φάσμα από light γαλακτομικά προϊόντα, παραβλέποντας όλα τα προβλήματα που μπορεί να δημιουργήσει μια διατροφή που στηρίζεται π.χ. σε υψηλά επεξεργασμένες τροφές, ιδίως σε σχέση με το ενδεχόμενο διαβήτη τύπου 2.

Αλλάζοντας τις συνθήκες ζωής και προσφέροντας πραγματικά ποιοτικότερη διατροφή μπορεί να αντιμετωπίσει το πρόβλημα της παχυσαρκίας πολύ πιο αποτελεσματικά από τον φαύλο κύκλο της ατομικής ευθύνης και ενοχής.