Έγκλημα στη Ρόδο – Νέες καταγγελίες για τον δολοφόνο: «Ήθελε να αλλάξει τις κάμερες για άλλοθι» – Τι είδε αυτόπτης μάρτυρας

Νέα στοιχεία έρχονται στο φως αναφορικά με τη στυγερή δολοφονία της άτυχης Ντόρας η οποία είδε τον πρώην σύντροφό της, να της αφαιρεί την ζωή στη μέση του δρόμου με όπλο.

Απαρηγόρητοι οι γονείς της Ντόρας αλλά και όλοι οι δικοί της άνθρωποι, που δεν μπορούν να πιστέψουν πως το χαμογελαστό κορίτσι, γεμάτο όρεξη για ζωή και αγάπη, δολοφονήθηκε με τον πιο φρικτό τρόπο και από τα χέρια ενός άνδρα που, στην αρχή τουλάχιστον της σχέσης τους πριν από εννέα μήνες, έτρεφε τρυφερά συναισθήματα για εκείνον, θα πουν σήμερα στις 16:00 το τελευταίο αντίο στον Ιερό Ναό Αγίου Γεωργίου Κάτω-Ρόδου όπου και θα γίνει η κηδεία της.

Την ίδια ώρα, συγκλονιστική είναι η μαρτυρία γείτονα της 30χρονης Ντόρας και εκπαιδευτικού, που είδε τη στιγμή της δολοφονίας της αλλά και το «παγωμένο βλέμμα» του δράστη που λίγα λεπτά αργότερα αυτοκτόνησε. Μιλώντας στην ΕΡΤ, ο Γιώργος Παπακωνσταντίνου περιγράφει: «Η κοπέλα περνούσε μπροστά από το σπίτι μου, πάντα ευγενική και ήρεμη. Την ημέρα του συμβάντος το αυτοκίνητο του δράστη σταμάτησε απότομα μπροστά της, ενώ έμπαινε στο αυτοκίνητό της. Νόμιζα ότι η καραμπίνα ήταν σκουπόξυλο, όπως είδα το όπλο να βγαίνει από το παράθυρο και να την στοχεύει», είπε.

«Στα 40 μέτρα σε μια διασταύρωση ο δράστης σταμάτησε και είδα το βλέμμα του, παγωμένο, κενό αόριστο. Σαν να μην ήμουν μπροστά του. Εκείνη τη στιγμή εκείνος συνειδητοποίησε τι έκανε. Μετά κατέβηκε την κατηφόρα κατευθυνόμενος στο μέρος που αυτοκτόνησε. Ήταν μόνος του. Όμως η θήκη της καραμπίνας ή δίκαννου που ήταν όρθια στο κάθισμα του συνοδηγού και προεξείχε φαινόταν σαν κεφάλι», πρόσθεσε ο μάρτυρας.

Αντίστοιχα, αποκαλυπτικός ήταν άνδρας, γνωστός του δολοφόνου από την παιδική του ηλικία ο οποίος μιλώντας στην ΕΡΤ κατήγγειλε ότι «ο 39χρονος ζητούσε «να γυρίσει τις κάμερες δύο ημέρες πίσω», για να έχει άλλοθι για τη στιγμή της δολοφονίας, το μεσημέρι της Τετάρτης στη Ρόδο με θύμα την 30χρονη εκπαιδευτικό.

Ο δολοφόνος τηλεφώνησε στο άτομο που είχε να δει 22 χρόνια ζητώντας βοήθεια στην παραποίηση βιντεοσκοπημένου υλικού, ενώ μίλησε για τα προβλήματα που είχε «με την παλιά του γυναίκα», και αναφέρθηκε στη σχέση του με την εκπαιδευτικό, ως ιδιαίτερα σοβαρή.

Σε δεύτερο όμως τηλεφώνημα είπε ότι δεν τον απασχολούσε το θέμα της κάμερας. «Δεν καταλάβαινα τι ήθελε να κάνει. Χθες έμαθα για το έγκλημα και την αυτοκτονία κι έπεσα από τα σύννεφα», είπε ο καταγγέλλων.

Ξύλο, κάμερες και παρακολουθήσεις

Την ίδια ώρα σε πλήρη εξέλιξη βρίσκεται προκαταρκτική εξέταση κατόπιν μηνύσεως που υπέβαλε μια 40χρονη, κάτοικος της Ρόδου, που υπήρξε συμμαθήτρια του και είχε σχέση μαζί του επί τέσσερις μήνες και συγκεκριμένα από τα μέσα του Φεβρουαρίου 2020 έως και τα μέσα Ιουνίου του 2020.

Η 40χρονη τον περιέγραψε ως έναν άνθρωπο κτητικό, χειριστικό και ζηλιάρη. «Είχε πρόβλημα με οποιονδήποτε άντρα έκανα παρέα ή απλώς μιλούσα, ζήλευε πάρα πολύ, επενέβαινε στις παρέες μου, στην εμφάνισή μου και στη ζωή μου γενικότερα με απόλυτο τρόπο. Μου δήλωνε ‘ανατολίτης’, όπως χαρακτηριστικά έλεγε ο ίδιος, θεωρούσε ότι η γυναίκα είναι κατώτερο ον και ότι έπρεπε να υπακούει στις εντολές του και στις επιθυμίες του. Αυτό ήρθε σε μεγάλη αντίθεση με την συμπεριφορά του στην αρχή, όπου μου παρουσιάστηκε κύριος, ευγενικός και ότι με νοιαζόταν», κατέθεσε η 40χρονη σύμφωνα με την dimokratiki.gr.

Ήθελε να μάθει όλο το παρελθόν της, οτιδήποτε αφορούσε σε πρώην σχέσεις της με άντρες. Υποστήριξε ότι άρχισε σταδιακά να την παρακολουθεί, πότε μπαίνει, πότε βγαίνει από το σπίτι της και πού ακριβώς πηγαίνει. Παρακολουθούσε, σύμφωνα με το ρεπορτάζ, μέχρι και το σπίτι του πρώην συζύγου της και όπως κατέθεσε, είχε βάσιμες υποψίες ότι είχε εγκαταστήσει κάμερα στο σπίτι της, γιατί διαπίστωσε ότι γνώριζε λεπτομέρειες για την καθημερινότητα της και την προσωπική της ζωή, που με άλλον τρόπο δεν θα ήταν εφικτό αυτό.

Μάλιστα όπως η ίδια λέει, μία μέρα, με αφορμή έναν ασήμαντο λόγο πέταξε το κινητό της στον τοίχο διαλύοντάς το, με σκοπό να της πάρει καινούργιο προκειμένου να εγκαταστήσει εφαρμογές παρακολούθησης.

Διαπίστωσε, όπως είπε η 40χρονη, ότι «άκουγε συνομιλίες της μέσω εφαρμογής» και ειδικότερα το βράδυ της 12ης Ιουνίου 2020 πήγε στην οικία της και της έδειξε μια συνομιλία που είχε προηγηθεί λίγη ώρα πριν με έναν φίλο της τον οποίο εξαρχής ζήλευε. Την ημέρα εκείνη θυμωμένος, όπως υποστήριξε, την χτύπησε στο πρόσωπο.

Η γυναίκα πήγε να ειδοποιήσει τις αρχές και όπως υποστήριξε την κυνήγησε με το αυτοκίνητο του με κίνδυνο να προκληθεί τροχαίο ατύχημα. Υπέβαλε μήνυση εις βάρος του και στην πορεία μετέβαινε στη δουλειά της προσπαθώντας να την επαναπροσεγγίσει.

Την παρακάλεσε να του δώσει έναν μήνα προθεσμία για να της αποδείξει ότι έχει αλλάξει και έχει μετανιώσει. Της ζητούσε να αποσύρει την μήνυση και γενικά υπήρχε ένταση στο επόμενο διάστημα, νεύρα και θυμός στη μεταξύ τους σχέση. Όταν αποφάσισε ότι δεν μπορεί άλλο να συνεχίσει μαζί του και του το ανακοίνωσε, την απείλησε πως ό,τι της έκανε ως τότε δεν είναι τίποτα μπροστά σε ό,τι θα της κάνει στο εξής.

Την ίδια μέρα που του είπε ότι θέλει να χωρίσουν, όπως κατέθεσε η 40χρονη, κάλεσε έναν φίλο της, τον οποίο ζήλευε, με σκοπό να την εκθέσει δείχνοντας του φωτογραφίες σε προσωπικές της στιγμές, τις οποίες είχε πάρει από το κινητό το οποίο της είχε κάνει δώρο και είχε εγκαταστήσει εφαρμογή παρακολούθησης. Το περιστατικό συνέβη στις 2 Αυγούστου 2020.

Πληροφορήθηκε εκ των υστέρων ότι και την πρώην σύζυγο του την χτυπούσε επανειλημμένα και την είχε απειλήσει με όπλο.

Η σχέση του με την πρώην σύζυγό του

Ο 40χρονος είχε προκαλέσει ομοίως προβλήματα και στην πρώην σύζυγό του.

Η πρώην σύζυγός του είχε προσφύγει συγκεκριμένα, όντας σε διάσταση μαζί του, στα αστικά και ποινικά δικαστήρια με αίτημα την έκδοση απόφασης με την οποία θα του απαγορευτεί να προσβάλλει την προσωπικότητά της, καθώς και να μην πλησιάζει την ίδια, την κατοικία και τον τόπο εργασίας της, στα 500 μέτρα.

Είχε ζητηθεί να παύσει να την παρακολουθεί και να εμποδίζει την ελεύθερη κίνησή της, να παύσει να παραβιάζει το άσυλο της κατοικίας της και το απόρρητο της ιδιωτικής της ζωής και τέλος να απέχει από κάθε παράνομη πράξη εις βάρος της ψυχικής και σωματικής της υγείας, ώστε να προληφθεί η καθημερινά απειλούμενη σωματική της ακεραιότητα.

Είχε τελέσει με τον 40χρονο πολιτικό γάμο το έτος 2011 και ο έγγαμος βίος τους παρουσίασε από την αρχή πολλά προβλήματα, αποκλειστικά εξαιτίας της συμπεριφοράς του, καθώς σε κάθε διαφωνία τους, έσπαγε ό,τι έβρισκε μπροστά του, μιλούσε απαξιωτικά για εκείνη και την οικογένειά της, την εξύβριζε και την χτυπούσε, προσπαθούσε να την μειώσει ως άνθρωπο και γυναίκα και δεν συνείσφερε καθόλου στις οικογενειακές ανάγκες.

Ενδεικτικό είναι ότι η γυναίκα αυτή είχε καταγγείλει ότι στις 5 προς 6 Ιουλίου του 2013 και περί ώρα 00.40 πμ μετέβη στην οικία της και με την απειλή όπλου την απήγαγε, την έβαλε να οδηγεί το αυτοκίνητο της ενώ βρισκόταν στο πίσω κάθισμα με την κάννη του όπλου να την σημαδεύει και την κράτησε έως τις 07.00 το πρωί, αφού την σημάδευε επί ώρες με το όπλο και αφού την χτύπησε στο πρόσωπο.

Ενώ τον αναζητούσε η αστυνομία για να τον συλλάβει, μόλις τελείωσε το αυτόφωρο, από 8 προς 9 Ιουλίου του 2013 και περί ώρα 00.30 πμ, σκαρφάλωσε τον μαντρότοιχο της οικίας της και επιχείρησε να πλησιάσει, εκ νέου, αλλά εκδιώχθηκε από ιδιωτικό αστυνομικό και τον σκύλο του, τους οποίους είχε προσλάβει ο πατέρας της για την ασφάλειά της.

Τον Μάρτιο του 2014 ο 40χρονος είχε καταδικαστεί για παράνομη βία και παράνομη οπλοφορία κυνηγετικού όπλου για το περιστατικό με την πρώην σύζυγό του σε ποινή φυλάκισης 10 μηνών, η οποία σε δεύτερο βαθμό, τον Οκτώβριο του 2018, μειώθηκε στους 2 μήνες με 3ετή αναστολή, αφού του αναγνωρίστηκε ελαφρυντικό.

Σημειώνεται ότι ο γάμος τους είχε γίνει το έτος 2011 και είχε λυθεί με δικαστική απόφαση τον Μάρτιο του 2015. Το δικαστήριο έκρινε ότι υπήρξε ισχυρός κλονισμός στις μεταξύ τους σχέσεις.