Γκέλ αμάν … Του Μάρκου Μπόλαρη*

Διαβάζοντας την άκουγα στον αργαλειό να υφαίνει χαλιά.

Από την Κιουτάχεια είχε έρθει προσφυγάκι.

Ψηλή γιά την εποχή της, ωραίο πρόσωπο, καστανόξανθη στα νιάτα της, άσπρο τρυφερό το δέρμα της, γαλανομάτα, πλεξούδες μέχρι τα γεράματά της τα πλούσια μαλλιά, μικρασιάτισσα καλλονή.

Φημισμένη μαστόρισσα στην ύφανση των χαλιών, δεν πρόφταινε τις παραγγελίες,

ο ήλιος δεν την έβλεπε, από αχάραγα, από φυλακής πρωίας μέχρι νυκτός,

όπως με την αρχαγγελική φωνή του τραγούδησε ο Νίκος του Ψηλορείτη, ο Ξυλούρης,  

«κι όλη μέρα τάκ τάκ τάκ

τούκ τούκ τούκ ο αργαλειός σου κάνει»,

η όμορφη Αγγέλα, που μαθήτευσε στις καλύτερες υφάντρες της Κιουτάχειας, μαθήτευσε στον αργαλειό, φημισμένη η Κιουτάχεια γιά τα χαλιά της, κι ύστερα στα Σέρρας, προσφυγοπούλα στο Τζιντζιρλί μαχαλά, σε Βενιζελικό σπίτι της αποκατάστασης όλη η οικογένεια, στον αγώνα της επιβίωσης, από το μηδέν να ξαναστηθεί η ζωή, με εργαλείο δυό χέρια, με πλεονέκτημα  την αγάπη γιά την δουλειά, με προσόν το μεράκι και το κέφι γιά ποιοτικό αποτέλεσμα μ’ ότι καταπιάνονταν, κι η Αγγέλα στην βιοπάλη γιά το μεροκάματο, με σοβαρότητα και ποιότητα, με φαντασία στο σχέδιο, με αγάπη στη παράδοση, ύφαινε και ξαναύφαινε, σχεδιάζε στο μυαλό κι υλοποιούσε με τις κλωστές της, χρώματα λογιώ λογιώ, χαλιά αρχοντικά και χαλιά δεύτερα, ανάλογα με το σπίτι, ανάλογα με τη χρήση, ανάλογα με το βαλάντιο, με αξιοπρέπεια και ένα σεμνό χαμόγελο, να ξομπλιάζει δέντρα και φυτά, λουλούδια και πουλιά, αντικριστά στα χαλιά, ζυγιασμένα, να χάνεται ο επισκέπτης στους δρόμους του χαλιού καθώς επιχειρούσε να ακολουθήσει της υφάντρας την φαντασία, και νά λιοντάρια κι ελάφια, να αρκούδες και ζαρκάδια, να κυνηγόσκυλα και κυνηγοί αλογατάρηδες, να κι αητοί και γεράκια, χαλιά  σαν άλλοι πίνακες ζωγραφικής, χαλιά περιήγησης στα παραμύθια της Ανατολής, χαλιά του αργαλειού και του Παραδείσου, άλλα με γαλάζιο κάμπο σαν τον ουρανό, άλλα με βαθυπράσινο κάμπο σαν σε δάσος με έλατα, πεύκα και κυπαρίσσια, άλλα με την απαλή φινέτσα του μπέζ σε δωμάτια που δεν πολυκυκλοφορεί κόσμος, κι άλλα , τα επισημότερα, με τις αποχρώσεις της πορφύρας, της αυτοκρατορικής πορφύρας, χαλιά να διστάζεις να ακουμπήσεις το πόδι επάνω τους, χαλιά με ξομπλιασμένα τεχνουργήματα πύργων και κάστρων, εκκλησιών με ρούλους και καμπαναριά, καμαρωτών γεφυριών,

α ! η Αγγέλα, που μεγάλωνε ,

η Αγγέλα που στήριζε το σπιτικό με τα καλλιτεχνικά δημιουργήματά της, που ανακούφιζε τον οικοδόμο , τον πετρά  πατέρα της στα οικονομικά, που παράστεκε την ταλαίπωρη πολύτεκνη μάννα στα σιγυρίσματα του σπιτιού, η Αγγέλα που όλα τα προλάβεινε, η Αγγέλα που θυσιαζόταν γιά όλους και γιά όλα στην οικογένεια, γιά αδέρφια κι ανήψια,

κι όλη μέρα τάκ τάκ τάκ,

 κι όλη μέρα τούκ τούκ τούκ

ο αργαλειός σου κάνει,

και το πανί σου κι η απατή σου

σε πειρασμό με βάνει ,

Κι η Αγγέλα, η πιό όμορφη στο σπίτι, η πιό όμορφη στο σόι, τάκ τάκ τάκ , να μη βρίσκει χρόνο να ιδεί ένα άνθρωπο, να μη σηκώνει μάτι να ιδεί τα παλικάρια της γειτονιάς, να μην ανταποκρίνεται στους έρωτες των νέων που την περίμεναν πότε θα ξεμυτίσει από το σπίτι να πάει στον φούρνο γιά ψωμί., πότε θα  φέρει το ταψί στον φούρνο του μπαρμπα Γιώργη του Μαρκόγλου γιά ψήσιμο, μελιντζάνες ξηροψηστές με σκορδαλιά, να την παραμονέψουν , να την συναντήσουν, να την δούν, να απολαύσουν έστω και γιά μιά στιγμή, έστω και φευγαλέα, έστω και εν εσόπτρω, το χάρμα της λιγερόκορμης, της όμορφης γαλανομάτας κόρης που είχε παλαβώσει τους νεαρούς ερωτύλους , όχι μόνον του ειρημένου μαχαλά, αλλά και των παρακειμένων του Αραμπατζή μαχαλά, των Πλατάνων, του Προφήτη Ηλία, των Τσερκέζικων , των Ταμπάχανων , του Άτ Παζάρ, του Σταυρού, κι ο ένας υποψήφιος απορρίπτονταν μετά τον άλλον κι η μιά προξενιά αποθαρρύνονταν μετά την άλλη, κι η Αγγέλα απορροφημένη στις δημιουργίες της, ύφαινε κόσμους μυθικούς , ύφαινε παραδείσους εις στολισμόν των οικιών, πλουσίων και ταπεινοτέρων, φημισμένη πιά στα Σέρρας, ύφαινε πιά πλουτίζοντας τα σχέδια που είχε μάθει στη Κιουτάχεια, ύφαινε κοσμώντας τά έργα της με τον πλούτο της δικιάς της φαντασίας, της δικής της εμπειρίας, της ολόδικής της επιδεξιότητας , κι ύστερα που καιρός γιά έρωτες, που μυαλό γιά παλικάρια, κι οι ανάγκες της οικογένειας μεγαλώνουν και οι αδερφές θέλουν προίκες και τα αγόρια σπίτια κι η Αγγέλα στον αργαλειό , πρόθυμη, βράχος, με ένα σεμνό χαμόγελο, γερμένο λίγο στα δεξιά το καστανόξανθο κεφάλι, να στηριχτεί ο πατέρας που παλεύει με τις πέτρες όλη μέρα να ξαναστηθεί ο τόπος, να μερώσει , να χτιστούν πάλι τα σπίτια, να βάλει ο πρόσφυγας ξανά το κεφάλι κάτω από το κεραμίδι, κι η Αγγέλα παραστάτης, στύλος και βράχος, λαμπάδα που φωτίζει, γκιούλ μπαξές μυρωμένος, ποιός είχε ανάγκη και δεν παραστάθηκε, όλες τις ευχές της μάζευε, κρυφό καμάρι και κρυφό μαράζι του πατέρα της, η γκιουζέλ Αγγέλα, που μεγάλωνε κι πισωγύριζε γαμπρούς και προξενιά, πλούσιους κι όμορφους, εργατικούς κι ερωτευμένους κι η καστανοξανθομαλλούσα κοπελιά της Κιουτάχειας μεγάλωνε, να κι οι πρώτες άσπρες τρίχες να ασημίζουν τις όμορφες κοτσίδες της !

Διαβάζοντας την άκουγα που ύφαινε !

Την ωραιότητα θεραπεύοντας υφαντουργικώς, στη σειρά μιάς πολυαιώνιας παράδοσης ταπητουργίας, υφαντουργίας στο χειροκίνητο αργαλειό, τεχνήτρα κι υφάντρα περιωπής, έργα , χαλιά από ψυχής !

Χαλιά ως εν Παραδείσω τρυφής, ανατολίτικης οικογενειακής θαλπωρής !

Κι εγώ διαβάζοντας την άκουγα που ύφαινε και τραγουδούσε !

Κι όταν μεράκλωνε η κυρά Αγγελική , έτσι την γνώρισα εγώ, την κυρά Αγγελική γνώρισα στα εβδομήντα της,

τότες, έ , τότες, όλη η ομορφιά των μελωδικών αργόσυρτων ανατολίτικων τραγουδιών, όλη η νοσταλγία κι όλη η τρυφερή μελαγχολία των αμανέδων της Κιουτάχειας, της ΜικραΑσίας , ανάκατα άλλοτε στα ρωμέικα κι άλλοτε στα τούρκικα, όλη η ποιότητα της μουσικής καλλιέργειας της εκκλησίας, κι όλα τα πα βου γα δί , κτήμα και ψυχική περιουσία του εν Αιχμαλωσία και εν ταπεινώσει περιούσιου Λαού,  ξεπηδούσε λιγυροίς φθόγγοις , ως από φιλερήμου αδούσης  αηδόνος προφυλαγμένης σε σκιερή φυλλωσιά, ανάβλυζε από το ημιυπόγειο εργαστήριο του αργαλειού και γλύκανε την γειτονιά ! Κι ήταν τότε που η μάννα έκλεινε το ραδιόφωνο, ήταν τότε που σιωπούσαμε κι εμείς στο σπίτι γιά να ταξιδέψουμε σε αξέχαστες Πατρίδες, μαγεμένοι από την ηδύμολπο κυρά Αγγελική την υφάντρα, την τεχνήτρα της ποιότητας, που στο Τζιντζιρλί μαχαλά των Σερρών όλη την ομορφιά της Ανατολής κουβάλησε, όλα τα σχέδια των μαιστόρων της ταπητουργίας των απ’ αιώνος πάνω σε πολυτίμητα χαλιά ιδίοις χερσί διέσωζε, κι όλη την νοσταλγία, όλο τον πόνο, όλη την μελαγχολία  μελωδικώς μας πρόσφερε ! Αφειδώλευτα ! Όπως αφειδώλευτα μας φίλευε τα εξαιρετικό βύσσινο γλυκό την άνοιξη και το κυδώνι γλυκό του κουταλιού το φθινόπωτο . Τον πελτέ του κυδωνιού τον φύλαγε γιά τις επίσημες επισκέψεις και στιγμές ! Και μόνον σ’ αυτές , τις επίσημες μέρες , τις μέρες της σκόλης, σέρβιρε σκέτο καφέ ! Γιά τις άλλες μέρες , τις εργάσιμες , του καθημερινού μόχθου, του αργαλειού, ο καφές σερβιριζόταν ανάμεικτος με αλεσμένο ορβίθ’ , ναί , ρεβύθι , καλά καταλάβατε, δυό μερίδες ορβίθ’ , μιά μερίδα καφέ γιά την ευωδία !

Όταν επέστρεψα από το Σικάγο, αναζήτησα την κυρά Αγγελική ! Όμορφη κι αρχοντική παρέμεινε μέχρι τα γηρατειά της ! Ένα βράδυ την άκουσαν στην γειτονιά να φωνάζει , ζητούσε βοήθεια , έμενε πλέον μόνη της ! Είχε αρνηθεί να φιλοξενηθεί σε γηροκομείο. Όσο πάει, έλεγε, με λεβέντικο φρόνημα. Όσο πάει !

Κείνο το βράδυ όμως , οι γειτόνισσες φρικίασαν ! Έσπευσαν νυχτιάτικα σε βοληθεια ! Η κυρά Αγγελική , που δεν παραπονέθηκε ποτέ στη ζωή της, ποτέ δεν την είχαν ακούσει οικείοι και γείτονες να γρινιάζει, να μεμψιμοιρεί, η κυρά Αγγελική από την κατάκλιση είχε πληγιάσει ! Και την νύχτα εκείνη ένα ποντίκι εκμεταλλευόταν την αδυναμία της , την μοναξιά της και δάγνωνε τις πληγές της, τρεφόταν από τις σάρκες της ! Περιπεσούσα εις ληστάς ! Την περιποιήθηκαν , την έπλυσαν, την έλουσαν, την περιέδεσαν, φώναξαν γιατρό !

Ήταν εξαιρετικά αξιοπρεπής !

Όσο πάει, τους έλεγε πιό μπροστά !

Όσο πάει !

Τα είχε ξεπεράσει τα όρια ! Όρια που της επέτρεπε η αξιοπρέπειά της ! Και έτσι τέτοιες μέρες, αρχές του Νοέμβρη, που γιορτάζουν οι Αρχάγγελοι, οι Άγγελοι κι οι Ταξιάρχες, τέτοιες μέρες που πανηγυρίζουν τα Σέρρας κι η Μητρόπολη, άγγελος Κυρίου έσπευσε να παραλάβει την όμορφη Αγγέλα από την Κιουτάχεια, την επιδέξια τεχνήτρα του αργαλειού, την κυρά Αγγελική που μέρευε τον τόπο με τους αμανέδες της, ώστε να συνεορτάζει με τις Άνω Τάξεις , στους αργαλειούς του Παραδείσου με μεράκι να ξομπλιάζει αχειροποίητα ανατολίτικα χαλιά και με τους χορούς των Αγγέλων, Αγγελική ούσα κι αυτή , με την ευμολπία των τεριρέμ αντί γιά μικρασιάτικο  αμανέ, αμάν γκέλ αμάν, να ανυμνεί !

Νύν και αεί !

Η κυρά Αγγελική , η μικρασιάτισσα ,

καθώς κλείνουν τα εκατό χρόνια από την μεγάλη έξοδο !

* Ο Μάρκος Μπόλαρης είναι Σερραίος πολιτικός