Μάρκος Μπόλαρης: Οχτώ χρονών η Όλγα κι εμείς στολίζουμε γιά τα Χριστούγεννα

Κι εγώ, ο γύφτος !

Οχτώ χρονών η Όλγα !

Κι εμείς στολίζουμε γιά τα Χριστούγεννα !

Οχτώ χρονών η Όλγα.

Γυφτάκι , όμως.

Κι εμείς υποκριτικά καταγγέλουμε τον ρατσισμό.

Οχτώ χρονών η Όλγα.

Κι οι δίπλα αλληλέγγυοι , μαζί με τους χρυσοκανθάρους των ευρωπαικών ΜΚΟ, εμπορεύονται τον πόνο των μεταναστών, των προσφύγων.

Οχτώ χρονών η Όλγα.

Γυφτάκι όμως.

Σίγουρα γιά κλέψιμο πήγαινε ! 

Τι απειλή !

Και την συνέθλιψε η σιδερένια πόρτα του εργοστασίου, που οριοθετεί τα ημέτερα και τα αλλότρια, τον πλούτο και την φτώχεια , τους καλούς και τους κακούς.

Δεν ήταν με ‘μάς.

Οχτώ χρονών, ένα νηστικό παιδί !

Απείλησε την Τάξη , αναζητώντας μιά φέτα ψωμί !

Κι εγώ , μεγαλωμένος σε μιά πόλη που τμήμα της ήταν κι είναι άνθρωποι αυτής της όμορφης ομάδας, που γύφτους τους ονομάσαμε γιατί νομίστηκε πώς από την Αίγυπτο είχαν φτάσει ως τα μέρη μας, κι οι Αι-γύπτιοι , καθώς το αί εγκαταλείφθηκε , όπως το Ε του Ελευθερίου που έγινε Λευτέρης, καθιερώθηκε να προσφωνούνται Γύφτοι, 

Κι εγώ , μεγαλωμένος σε μιά γειτονιά που παιδιά τούτης της όμορφης κι έξυπνης ομάδας, σαν την Όλγα που την συνέθλιψε η βαριά σιδερένια εξωπόρτα στο εργοστάσιο, είχα συμμαθητές στο δημοτικό, στο παιγνόδι, στο κυνηγητό, στο ποδόσφαιρο, στα σκλαβάκια, στον πόλεμο ανάμεσα στις γειτονιές, 

Κι εγώ, που ανδρώθηκα στα Ταμπάχανα, την Πλατεία Εμπορίου, καθώς επί το ελληνοπρεπέστερον ονομάστηκε, στα Ταμπάχανα του κέντρου της πόλης με τα χάνια, τα εμπορικά κάθε λογιώ πραμάτειας, τους καφενέδες και τις ποτοποιίες, τα χασαπιά και τα ψαράδικα, αποικιακά και εδώδιμα, μπακάλικα και φούρνοι, σαλαμτζίδικα και παστουρμάδες, μπουγατσατζίδικα και τυρόπιτες, «πεινώντες τα ζεστά» , τους φορτωτές και τους γύφτους χαμάληδες, τα παιτόνια και τα αλογόκαρα, τα τρίκυκλα καρότσια των μικρομεταφορών, τους λούστρους και τους σαλεπτζήδες, τους φράνστανλήδες που κατέβαζαν ξύλα στους φούρνους με τα μουλάρια, τους πρόσφυγες που ερχόντουσαν με τα βοιδόκαρα από τα χωριά να πουλήσουν και να ψωνίσουν, θρακιώτες και σμυρνιοί, ανατολικορουμελιώτες και τραπεζούντιοι, μπρούσαλήδες και κιουτάχειαλήδες, τις φιγούρες τις γύφτισσες που σκορπιζόντουσαν στα σπίτια γιά την καθαριότητα, το σχολειό μου , το 4° Δημοτικό, ήταν πίσω απ’ τα ψαράδικα κι οι μυρωδιές ανακάτες, μυρωδιές ψαριών και παστουρμά, οινοπνεύματος και ακαθασρίας αλόγων, μπουγάτσας και τσίκνας τρυπούσαν τα παιδικά μου ρουφούνια,

Κι εγώ , συμμαθητής με τους πρόσφυγες, τους ντόπιους, τους γύφτους , στη συνοδοιπορία της μικρής μας πόλης, όμορφης πόλης κι ιστορικής, που σαν αδέρφια λόγιαζα. τους συμμαθητές και τις συμμαθήτριες, όλα τα παιδιά στο σχολειό, στο παιγνίδι, στο γήπεδο, στην εκκλησιά, στις αλητοπαρέες μας

Κι εγώ , που γύφτο με νομάτιζε η μάννα μου, πειράζοντάς με καθώς το δέρμα μου είχε κι έχει δυό τόνους βαθύτερους στο χρώμα, στις αποχρώσεις τις βαθυσκίωτες του μελαχροινού, έτσι που και γιά Αιγύπτιος , ‘γύφτος τα καθ’ ημάς, κάλλιστα θα μπορούσα να περάσω,

Κι εγώ, ο γύφτος, 

τούτες τις μέρες με πόνο στο στομάχι από την σύνθλιψη και την συντριβή της Όλγας, στα οχτώ της χρόνια, 

ενός μικρού μελαχροινού Αγγέλου, 

βλέπετε υπάρχουν ακόμη κι άγγελοι σκουρόχρωμοι , μελαχροινοί, μαυρομάτηδες, μαυρομάλληδες και μαυρομαλλούσες, ανοίχτε τα μάτια σας να ιδείτε, ξανοίξτε γύρω σας την ομορφιά τούτων των Αγγέλων,

σαν την Όλγα, 

τούτες τις μέρες της σύνθλιψης και της ανείπωτης θλίψης,

νοιώθω πώς

η αδικία και η απανθρωπιά με ταπεινώνει προσωπικά

νοιώθω πώς 

η υποκρισία κι η αδιαφορία με συνθλίβει σαν άνθρωπο !

Και τούτο κορυφώνεται, 

τούτη η αίσθηση, η βίωση έλλειψης δικαιοσύνης, απουσίας της ανθρωπιάς, απίστευτης υποκρισίας,

καθώς ακούω δίπλα τους υποτονθορισμούς «γυφτάκι ήταν, κλεφτρόνι ήταν» !

Κοιτάξτε !

Συγχωρείστε τον προσωπικό τόνο !

Συγχωρείστε με !

Έχω κάτι να πώ διάφανο κι ακατάληπτο, εξομολογείται παραστατικά

ο Οδυσσέας Ελύτης,

σαν κελαηδητό σε ώρα πολέμου !

Σταματήστε 

μιά στιγμή τα σπουδαία, τα μείζονα !

Τα σπουδαία της μίζερης καθημερινότητάς μας !

Άραγες, έχετε αναρωτηθεί πόσα κονδύλια

που δόθηκαν στη χώρα μας από την Ευρωπαική Ένωση γιά την υλοποίηση προγραμμάτων γιά την στέγαση, την αποκαταστάση, την κοινωνική στήριξη, την κοινωνική ένταξη, την παιδεία 

των ρομά, των τσιγγάνων, των γύφτων, 

έχετε προβληματιστεί 

πόσα ευρωπαικά κονδύλια, πόσα διεσεκατομμύρια δραχμές και ευρώ, έχουν κλαπεί από την διαφθορά και την διαπλοκή του πολιτικού μας συστήματος και της αθλιότητας της γραφειοκρατίας ενώ κατευθυνόταν γιά την κοινωνική ένταξη των γύφτων ;

Έχετε ακούσει, τάχατες, γιά ελέγχους, σκάνδαλα, εισαγγελείς, διώξεις, δίκες, ποινικές καταδίκες επ’ αυτών ;

Έχετε ;

Συγχώρεστε να σας πώ ότι αυτά που έκλεψαν, αυτά που υπεξαίρεσαν και αυτά που καταχράστηκαν οι white colors και οι bureaucrats της ελλαδίτικης αθλιότητας είναι απείρως , απείρως περισσότερα,

απ’ όσα τινές άνεργοι και τινες πεινασμένοι φτωχοάγγελοι του κοινωνικού περιθωρίου κλέβουν γιά να ταίσουν τα μωρά τους !

Καθώς 

θα στολίζετε το χριστουγεννιάτικο δέντρο και θα αναζητάτε την συνταγή γιά την γεμιστή γαλοπούλα του χριστουγεννιάτικου γεύματος, 

αναλογιστείτε το μέγεθος της πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής αδικίας που έχει διαπραχτεί σε βάρος τούτων των προαιώνιων συνοδοιπόρων μας του κοινωνικού περιθωρίου, 

σκεφτείτε την διάρρηξη των κοινών που συνείχαν ή θα έπρεπε να συνέχουν την κοινωνία μας, 

Κι αναρωτηθείτε αν θα ‘πρεπε να ξαναβάλουμε στο τραπέζι 

αρχές κι αξίες Πολιτικής 

Ανθρωπιάς και Δικαιοσύνης, 

Δημοκρατίας κι Ελευθερίας στην Πατρίδα μας !

Κι ύστερα, 

Ύστερα ανάψτε ένα κεράκι 

γιά τον μικρό μελαχροινό Άγγελο

γιά την Όλγα, οχτώ χρονώ παιδί , 

την συνθλιβείσα σταχομαζώχτρα μιάς φέτας, 

την αψευδή μάρτυρα της δικής μας ανθρώπινης έκπτωσης !

Ε, ναί, ολοκαρδίως οι ευχές,

Καλά Χριστούγεννα !

Αλλιώς !