Μέρα25: Όχι στην υποθήκευση της χώρας

Ο Τομέας Οικονομικών και Οικονομίας της ΠΣΕ Μέρα25 Σερρών λέει Όχι στην υποθήκευση του μέλλοντος της χώρας

Η ιδεολογική παρακαταθήκη της οικονομικής κρίσης βασίστηκε κατά κύριο λόγο στα αφηγήματα «οι Έλληνες ξόδευαν παραπάνω από τις δυνάμεις τους» και «μαζί τα φάγαμε».

Αυτή τη διαπίστωση επανέλαβαν με τεράστια συχνότητα προβεβλημένα ηγετικά στελέχη πολλών κομμάτων, κυρίως της Νέας Δημοκρατίας και του ΠΑΣΟΚ ( ΚΙΝ,ΑΛ).

Βεβαίως, η επιλογή αυτή δεν ήταν τυχαία. Αντί το χρεοκοπημένο πολιτικό σύστημα να βρει το θάρρος να κοιταχτεί στον καθρέφτη και να κάνει επιτέλους μια ειλικρινή αυτοκριτική, επέλεξε να νίψει τας χείρας του και να καταλογίσει την ευθύνη για την καταστροφή αυτή εξίσου και οριζόντια στην κάθε Ελληνίδα και στον κάθε Έλληνα.

Το ίδιο μας είπανε ότι έφταιγε ο συνετός πολίτης και το ίδιο και ο μπαταχτσής, το ίδιο ο βιοπαλαιστής του μεροκάματου και το ίδιο ο στρατηγικός κακοπληρωτής.

Στο τέλος λοιπόν, της ημέρας κληθήκαμε όλοι να πληρώσουμε τη νύφη για τα διαρκή πάρτι κατασπατάλησης του δημοσίου χρήματος, τις καιροσκοπικές τακτικές τραπεζών και μεγάλων επιχειρήσεων και τη διαχρονική επιλογή να προστατεύονται συγκεκριμένα συμφέροντα της διαπλοκής στις πλάτες του λαού.

Στην ίδια, λοιπόν, λογική της ανισοκατανομής των βαρών και της δυσανάλογης μεταχείρισης κινούνται και δύο σημεία του φετινού οικονομικού νομοσχεδίου.

Το πρώτο σημείο των ηλεκτρονικών αποδείξεων.

Από το 2020 σχεδόν μια στις τρεις δαπάνες θα πρέπει να γίνεται μέσω ηλεκτρονικών συναλλαγών.

Όσοι δεν καταφέρουν να καλύψουν το 30%, θα φορολογούνται για τη διαφορά με ποσοστό 22%.

Αντιλαμβανόμαστε λοιπόν, ότι εκτός από την παγκόσμια πρωτοτυπία να υποχρεώνεται κάποιος να δαπανά το 30% του εισοδήματός του σε καταναλωτικές δαπάνες, εδώ εγείρονται και σοβαρά ζητήματα αντισυνταγματικότητας.

Με τις επιλογές αυτές παρεμβαίνει η κυβέρνηση ανεπίτρεπτα στον απαραβίαστο πυρήνα του συνταγματικού δικαιώματος της ελεύθερης ανάπτυξης προσωπικότητας και της συμμετοχής στην οικονομική και πολιτική ζωή της χώρας αλλά και της υποχρέωσης να τηρείται η αναλογικότητα.

Έρχεται το υπουργείο οικονομικών, χωρίς δικαίωμα να υποχρεώσει το φορολογούμενο πολίτη να διαχειριστεί και να ξοδέψει τα χρήματά του με ένα συγκεκριμένο τρόπο και τελικά τον τιμωρήσει με διπλή φορολόγηση εάν δεν τα καταφέρει για οποιονδήποτε λόγο.

Και μιλάμε για διπλή φορολόγηση γιατί το υπολογιζόμενο εισόδημα-βάση είναι στην ουσία το μικτό φορολογητέο, δηλαδή χωρίς να έχουν αφαιρέσει φόρους, προκαταβολές φόρων, εισφορές αλληλεγγύης, λογαριασμούς βασικών υπηρεσιών κοινής ωφέλειας κλπ.

Σε πολλές περιπτώσεις, λοιπόν, οι φορολογούμενοι θα πρέπει στην ουσία να δαπανήσουν περισσότερα απ’ όσα εισπράττουν, αλλιώς θα τους επιβάλλετε διπλή φοροποινή.

Τιμωρούν, δηλαδή, μεγάλο μέρος του πληθυσμού, είτε γιατί δεν μπορεί να ανταποκριθεί σε κάτι που είναι αντικειμενικά αδύνατο είτε γιατί ως συνετός πολίτης διεκδικεί το δικαίωμά του να αποταμιεύει αντί να υπερκαταναλώνει.

Και όλα αυτά, για να έρθουν στο μέλλον να του ξαναπούν ότι ζούσε παραπάνω από τις δυνατότητές του επειδή δεν έχει καταφέρει να βάλει κάτι στην άκρη για τις δύσκολες μέρες.

Αναρωτήθηκε ο υπουργός των οικονομικών, άραγε γιατί η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εγκατέλειψε την απόπειρά της για υποχρεωτική χρήση ηλεκτρονικών μέσων πληρωμής πέρα από κάποιο αρκετά χαμηλότερο όριο από αυτό που προβλέπεται;

Διότι μετά από μελέτη και διαβούλευση διάρκειας περίπου ενός έτους, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η επιβολή ορίων στις πληρωμές της μετρητοίς είναι ένα ευαίσθητο θέμα για τους πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πολλοί από τους οποίους θεωρούν τη δυνατότητα πληρωμής σε μετρητά θεμελιώδη ελευθερία η οποία δεν πρέπει να περιοριστεί δυσανάλογα.

Η κυβέρνηση, λοιπόν, έρχεται σήμερα και νομοθετεί αυτό ακριβώς το δυσανάλογο που απέρριψε η Ευρώπη.

Και μάλιστα, δημιουργεί και μια εσωτερική δυσαναλογία αφού δεν έχει προβλέψει πολλαπλά ποσοστά σε αντίστοιχες πολλαπλές κλίμακες εισοδημάτων.

Είτε 12.000 ευρώ βγάζει κάποιος είτε 50.000 ευρώ, το 30% παραμένει το ίδιο.

Βεβαίως, εδώ υπάρχει μια κατηγορία επιχειρήσεων που πανηγυρίζει με την επιλογή της και αυτή είναι οι τράπεζες που βλέπουμε διαρκώς τον τελευταίο καιρό να επιβάλλουν χρεώσεις επί χρεώσεων για χρήση των ηλεκτρονικών συστημάτων.

Οι ίδιες τράπεζες, λοιπόν, που διασώθηκαν κατ’ επανάληψη από την Ελληνίδα και τον Έλληνα φορολογούμενο πολίτη, τώρα θα βρουν ένα άλλο λαμπρό πεδίο για να τον χρεώνουν σε κάθε συναλλαγή.

Η κυβέρνηση επίσης νομοθετεί, για να ενισχυθεί η οικοδομική δραστηριότητα.

Επί της αρχής φαίνεται καλή ιδέα.

Αυτό όμως που είναι ανησυχητικό είναι ότι δεν βλέπουμε κάποια μέτρα για την ορθολογική ρύθμιση της αγοράς των ακινήτων.

Ήδη τον τελευταίο χρόνο οι τιμές των ακινήτων αλλά και των ενοικίων έχουν αρχίσει να εκτοξεύονται.

Σε ορισμένες περιοχές μάλιστα η αύξηση ξεπερνάει ακόμη και το 100%.

Το παράδοξο, λοιπόν, σε όλο αυτό είναι ότι δεν παρατηρείται σε καμία περίπτωση μια αύξηση ανάλογη στα εισοδήματα που θα δικαιολογούσε εν μέρει την τάση αυτή.

Όταν οι τράπεζες λοιπόν, θα αρχίσουν ξανά να χορηγούν στεγαστικά δάνεια, ξέρουμε όλοι πού θα οδηγήσει πολύ σύντομα αυτή η κατάσταση, σε άλλη μια φούσκα, σε άλλη μια κατάρρευση της αγοράς, σε άλλη μια χρεοκοπία.

Στο ΜέΡΑ25 δεν λέμε όχι σε ελαφρύνσεις, λέμε όμως όχι στην υποθήκευση του μέλλοντος της χώρας με απερίσκεπτες, κοντόφθαλμες επιλογές που μάλιστα τις βαπτίζουν κυβερνητικά στελέχη αναπτυξιακές.

Διαβάστε επίσης εδώ:

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here