Μ. Μπόλαρης: «Για όσους θέλουν, για όσους θέλουμε να είμαστε στη Δημοκρατική Παράταξη! Όχι στα λόγια! Με απόδειξη!»

Mάρκος Μπόλαρης: Είχαν μαζέψει και τα τελευταία μήλα και τα ευαίσθητα φιρίκια, που έκανε η μάννα περίφημο γλυκό με αμυγδαλόψιχα ολόκληρη μέσα, και τα φθινοπωρινά μούσμουλα από τους οπωρώνες

Στις οκτώμισι, βραδάκι χειμώνα καιρό, με ψιλόβροχο και κρύο, φορώντας τον ομορφοπλεγμένο απ” τα χέρια της μάνας ναυτικό σκούφο, διάβηκα το καλοδουλεμένο με γρανιτόπετρα καλντερίμι της οδού Σιδηροκάστρου, όπου τουλούμπα με παγωμένο νερό εις δροσισμόν όχι μόνον των γειτόνων αλλά και περαστικών, διέσχισα την μικρή αδιαμόρφωτη πλατεία της διασταυρώσεως της Σιδηροκάστρου με το σοκάκι της Παγγαίου και την οδό Νιγρίτης, όπου τα δυο μικρά μπακάλικα, που είχαν ως παντοπωλεία τα πάντα σε μια μη καταναλωτική κοινωνία κι εποχή και μας εξυπηρετούσαν όλο το εικοσιτετράωρο, και στην απέναντι πλευρά ο ξυλόφουρνος που έφερνα τις Κυριακές για ψήσιμο το φαγητό στο ταψί, και καθώς το ψιλόβροχο δυνάμωνε, καθώς η κρεμασμένη στην πλάτη σχολική σάκα βρεχόταν και κινδύνευαν τετράδια και βιβλία,  έχοντας ένα σφίξιμο κι μια έγνοια, αφού είχε νυχτώσει για καλά κι ήταν έρημοι οι δρόμοι, χώθηκα στο μονοπάτι ανάμεσα στους μπαχτσέδες και τα περιβόλια, για να γλυτώσω δρόμο, άρα και βροχή, για να μην κάνω τον κύκλο.

Είχαν μαζέψει και τα τελευταία μήλα και τα ευαίσθητα φιρίκια, που έκανε η μάννα περίφημο γλυκό με αμυγδαλόψιχα ολόκληρη μέσα, και τα φθινοπωρινά μούσμουλα από τους οπωρώνες.

Μόνον πράσα και λάχανα ξεχώριζες στους κήπους.

Και βέβαια σπανάκια  και σέλινα.

Βιάστηκα στα σκοτεινά, γλιστρώντας στις λάσπες, σχεδόν τρέχοντας βγήκα, περνώντας το γεφύρι του άλλοτε ανοιχτού χειμάρρου που κατεβαίνει από το Τσομπλέκ Ντερέ, διασχίζοντας κάθετα την πόλη, ορίζοντας την δυτική πλευρά του Κάστρου και της οχύρωσης, και να που έφτασα στην άλλη γειτονιά. 

Στα προσφυγικά Κιουπλιά των Μικρασιατών, βενιζελικό οικισμό, όπου το πρώτο Δημοτικό Σχολείο που πρωτοπήγα μαθητούδι να μάθω γράμματα από την αρχόντισσα δασκάλα κ. Χρυσούλα, όπου το Ναύδριο του  Άγιου Θεράποντα, πρόσφυγας κι αυτός κι η εικόνα Του, όντως θεράπων των επικαλουμένων Αυτόν συμπατριωτών, που προσέφευγαν και προσφεύγουν στη χάρη Του για την ίαση πάσας νόσου και μαλακίας, και παραδίπλα από την εκκλησιά το σπίτι του εκ μητρός παππού μου, του Μιλτιάδη, εκ Λήμνου ορμώμενου, που νοίκιαζε από καλοσυνάτους  μπρουσαλήδες κι απολάμβανε τις παρέες, τις φιλίες, τις ιστορίες, τα παραμύθια, την κουζίνα, το μαντί, το ιμάμ, τα τραγούδια, τους αμανέδες, τους αργαλειούς για τα χαλιά, τα λουλούδια, την ανθρωπιά με μια λέξη της προσφυγικής αυτής γειτονιάς.

Δεν ενσωματώθηκε όμως, άλλος χαρακτήρας, ήπιος αλλά και ζόρικος, χαμογελαστός αλλά και τη γροθιά στο τραπέζι όταν χρειαζόταν, νησιώτης, θαλασσινός, μια μπουνάτσα και μια φρεσκαδούρα, πότε πότε και φουρτούνα, απόφοιτος του μεγάλου σχολείου της φτώχειας και της ορφάνιας, αφού δεν γνώρισε τον πατέρα του, που άφησε πίσω τέσσερα αγόρια από έξι χρονών  έως το χρονιάρικο μικρό, τον Μιλτιάδη, για να τα αναστήσει η χήρα μάννα τους στα εικοσιπέντε της χρόνια, και στάθηκε στην κοινωνία δουλεύοντας από μικρός.

Χαιρόταν να μου διηγείται την πρώτη εμπορική του πράξη, στα δώδεκά του χρόνια, λίγες μέρες αφότου ξεσκόλισε από το Δημοτικό της Φισίνης, έπεισε την μάνα να του δώσει λίγες δραχμές, για να αγοράσει ένα τραγί, να το σφάξει, να παιδευτεί να το γδάρει, να το κρεμάσει στη σκαμνιά στη μικρά πλατεία του χωριού, να το πουλήσει, αφού όλοι αγόρασαν από το πρωτόβγαλτο ορφανό χασαπάκι κρέας, και το βράδυ να επιστρέψει στη μάνα το κεφάλαιο, έχοντας ήδη συρμαγιά για το επόμενο βήμα.

Κι έτσι αυτοδίδαχτος και πετυχημένος έμπορος στην Καβάλα αρχικά, στη Θεσσαλονίκη στη συνέχεια και μετά τον αδόκητο θάνατο της όμορφης γυναίκας του, της Δέσποινας, στα 36 της, πήρε την ορφανή μοναχοκόρη του την Γενοβέφα κι εγκαταστάθηκε στα Σέρρας, μια από τις σημαντικότερες κτηνοτροφικές και κρεατοπαραγωγικές περιοχές της Ελλάδας, που σήμερα βέβαια καταναλώνει χοιρινά Πολωνίας και μοσχάρια Γαλλίας και Γερμανίας.

Είχε τηλεφωνήσει στο σπίτι από νωρίς.

Διάβασε τα μαθήματά του, είναι έτοιμος για το σχολειό; Ρώτησε την μάννα μου.

Να τον στείλεις! Θα κοιμηθεί εδώ και το πρωί τον ξυπνώ, να πάμε παρέα.

Είχε τον λόγο του.

Κάθε βράδυ στις εννιά, από ένα ισχυρό ραδιόφωνο Phillips, που το φυλάγω όχι απλά ως ενθύμιο, αλλά ως φυλαχτό της αγάπης του παππού, κάθε βράδυ στις εννιά άκουγε τις ειδήσεις στην ελληνική εκπομπή BBC από το Λονδίνο κι εν συνεχεία στις δέκα παρά είκοσι την αντίστοιχη της Deutsche Welle από την Κολωνία.

Άκουγε τις ειδήσεις πεντακάθαρα στα βραχέα, έχοντες περάσει μέσα από το αγιόκλημα που σκαρφάλωνε στο δεύτερο όροφο του προσφυγικού σπιτιού το σύρμα της κεραίας να φτάνει ψηλά.

Κι άκουγε πίνοντας κάθε βράδυ, όλο το χειμώνα, φασκόμηλο, τούτο το θαυματουργό κι ευωδιαστό αφέψημα, για το οποίο ο Γάλλος βοτανολόγος αναρωτιέται, πώς είναι δυνατόν να πεθαίνουν οι Έλληνες όταν στην Ελλάδα φύεται, ανθίζει κι ευωδιάζει αυτό το θαυμάσιο βότανο, έπινε ένα φλιτζάνι με λίγο μέλι κι δυο σταγόνες φρέσκο βούτυρο, που προμηθευόταν από τους παραγωγούς – τυροκόμους απ” ευθείας.

Εκείνη όμως η βραδιά ήταν ξεχωριστή.

Γι αυτό και ζήτησε από την μοναχοκόρη του να με στείλει, χωρίς βέβαια να πει τον λόγο στο τηλέφωνο. Ήξερε τα στοιχειώδη της προφύλαξης από χούντες και χουντικούς. Ήταν μικρός και νιόπαντρος, με μωρό παιδί όταν τον είχε στείλει εξορία ο Μεταξάς, στην Ίο το 1938 – 39   για δράση κατά του φασιστικού καθεστώτος, και καθώς τα διηγιόταν γελούσε όταν θυμόταν την εξορία και έλεγε ότι στην Νιό ήταν εκατόν εξόριστοι βενιζελικοί, από τους οποίους οι 99 Κρητικοί κι ένας Λημνιός!

Μόλις έφτασα, με φίλησε και έβαλε το φασκόμηλο. Όμοιο με το δικό του, άρα μέλι και φρέσκο βούτυρο.

Mάρκος Μπόλαρης: «Θα μιλήσει ο Αντρέας σήμερα», μου είπε σοβαρά κι επίσημα, μη μπορώντας να κρύψει την χαρά και την ικανοποίησή του.

«Γι αυτό σε φώναξα. Ακούσαμε το Λονδίνο».

Μου σχολίασε τα νέα. Σταράτα κι απλά. Κατανοητά για ένα παιδί που τελείωνε το δημοτικό.

Στις δέκα παρά είκοσι επιμελήθηκε την αλλαγή του δίκτη, ρύθμισε την ένταση, ζήτησε ησυχία από την γιαγιά μου την Ελένη, τη δεύτερη γυναίκα του, μια έξυπνη, δραστήρια,  αποφασιστική, καλή νοικοκυρά, γεμάτη ανθρωπιά κι αγάπη, από προσφυγική Ανδριανουπολίτικη οικογένεια.

Σήμα! Άρχισαν!

Θυμούμαι τον συγκλονισμό!

Δεν θυμούμαι το περιεχόμενο!

Εισέπραξα και βίωσα τον παλμό της ομιλίας του Ανδρέα Παπανδρέου.

Μέχρι τότε άκουγα για αυτόν.

Από τον πατέρα μου κυρίως. Από τις συζητήσεις που δεν δίσταζε να ανοίξει ευκαίρως ακαίρως στρεφόμενος κατά της Χούντας.

Κι από τις αναλύσεις που άκουγα όταν με φίλους σε στενό κύκλο ανέλυαν την κατάσταση.

Ο Ανδρέας!

Ήταν η ελπίδα τους.

Σήμερα όμως, τον άκουσα.

Σαν να μεγάλωσα ξαφνικά, σαν να ψήλωσα.

Άντε να κοιμηθείς τώρα.

Ξανάβαλα τον παππού να μου πει, να μου εξηγήσει!

Το χαιρόταν! Ώρες!

Περασμένα μεσάνυχτα αντί για καληνύχτα μου έδωσε μέτρο και κανόνα ζωής!

Με έβαλε με δυο κουβέντες, ίσιες, σε δρόμο ευθύνης!

«Να θυμάσαι ότι στη Δημοκρατική Παράταξη είμαστε ανθρώποι που αγαπούν την Πατρίδα!

Να θυμάσαι ότι οι Δημοκράτες τιμούν την Πατρίδα, την σέβονται, σέβονται και τον Λαό, την γνώμη του, δηλαδή τη Δημοκρατία!

Κι όχι τους βασιλιάδες, και τους άλλους τσάτσους των ξένων! Οι ξένοι για τον τόπο τους γνοιάζονται, όχι για εμάς 

Α! Και να θυμάσαι ότι ο Δημοκράτης που αγαπά την Πατρίδα και σέβεται τον Λαό και θέλει Δημοκρατία και Πρόοδο, το αποδεικνύει! 

Πώς; 

Το αποδεικνύει όταν σέβεται το χρήμα του Λαού, το δημόσιο, το κρατικό χρήμα, που είναι ο ιδρώτας και το αίμα του Έλληνα που παλεύει και πληρώνει για το σχολειό, το νοσοκομείο, την άμυνα!». 

Ο παππούς ο Μιλτιάδης, απόφοιτος δημοτικού το σημαδιακό 1922, έμπορος, βενιζελικός, εξόριστος επί Μεταξά, φίλος του Βασίλη Ιντζέ, μέλος του ΠΑΣΟΚ από τον Οκτώβρη του ’74, την βραδιά που πρωτοάκουσα τον Ανδρέα, στην Deutsche Welle, δωδεκάχρονος εγώ τότε.

Για όσους θέλουν, για όσους θέλουμε να είμαστε στη Δημοκρατική Παράταξη!

Όχι στα λόγια!

Με απόδειξη!

*Μάρκος Μπόλαρης. Νομικός – Πρώην Υπουργός

Διαβάστε επίσης για τον Μάρκο Μπόλαρη: