Γενοκτονία Ποντίων: Η σφαγή – θυσία των νηπίων της Σάντας

Πρόκειται ίσως για την πλέον τραγική στιγμή, των διωγμών που υπέστη ο Ελληνισμός του Πόντου κατά τη τελική -και σκληρότερη- φάση της Γενοκτονίας, μετά το 1919, από τους Τούρκους

Πρόκειται ίσως για την πλέον τραγική στιγμή, των διωγμών που υπέστη ο Ελληνισμός του Πόντου κατά τη τελική -και σκληρότερη- φάση της Γενοκτονίας, μετά το 1919, από τους Τούρκους.

Σκηνές που θυμίζουν αρχαία ελληνική τραγωδία, αλλά έλαβαν μέρος στον Πόντο πριν από 99 χρόνια ακριβώς, το φθινόπωρο του 1921, όταν Ελληνίδες μάνες παρέδωσαν τα νήπιά τους για… σφαγή, προκειμένου να γλιτώσουν οι ίδιες και οι συγχωριανοί τους, από τα στίφη των Τούρκων.

Η σφαγή των νηπίων της Σάντας, αποτελεί μία από τις πλέον σκληρότερες σελίδες της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου


Η κωμόπολη της Σάντας, που απείχε 45 χλμ Β.Α. της Τραπεζούντας με επτά οικισμούς και 5.000 αποκλειστικά ελληνικό πληθυσμό το 1919, μπήκε από νωρίς στο στόχαστρο των Τούρκων, μ’ αποτέλεσμα πολλοί κάτοικοι της ν’ αναζητήσουν καταφύγιο στην Τραπεζούντα και σε άλλες ασφαλέστερες περιοχές.

Από το 1918, και προκειμένου να προστατεύσουν τα χωριά και τις ζωές τους από τη μανία των Τούρκων, οι Έλληνες της Σάντας, προχώρησαν στην οργάνωση ισχυρού αντάρτικου σώματος, υπό τη διοίκηση του οπλαρχηγού Ευκλείδη Κουρτίδη (1887-1937), που ξεχώριζε για τις ηγετικές του ικανότητες και το απαράμιλλο θάρρος του.

Το φθινόπωρο του 1921 ο κλοιός άρχισε να σφίγγει ασφυκτικά για τους Έλληνες της Σάντας, αναγκάζοντάς τα γυναικόπαιδα ν’ ακολουθήσουν τους άνδρες στα απόκρημνα βουνά προκειμένου γλιτώσουν τον -δίχως γυρισμό- εκτοπισμό τους, στα βάθη της Μικράς Ασίας.

Τακτικός στρατός με πυροβολικό και συμμορίτες (τσέτες) απ’ ολόκληρη την περιοχή της Τραπεζούντας, συγκεντρώθηκαν στη Σάντα για να κάψουν το χωριό και ν’ αφανίσουν οριστικά τους Έλληνες.

Στις 21.9.1921 στα βουνά της Σάντας δόθηκε σφοδρή μάχη, μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων.

Ο αείμνηστος Κώστας Κουρτίδης – αδελφός του Ευκλείδη Κουρτίδη, γράφει στο ημερολόγιό του : 

«Η νύχτα αυτή ήταν η πιο τρομακτική νύχτα που έζησα στη ζωή μου.

Κάνοντας πρόχειρα προχώματα παραταχτήκαμε για μάχη.

Γυναίκες και παιδιά, 300 περίπου, μαζεύτηκαν λίγο πιο πάνω μέσα σε μια σπηλιά, τους οποίους φυλούσαν περίπου 120 νέοι άοπλοι.

 Επί εννιά ώρες αγωνιζόμασταν ενάντια στον τουρκικό στρατό, που μας περικύκλωσε από παντού, εκτός από μια δίοδο προς το δάσος Βαϊβάτερε, για να έχουμε διέξοδο την τελευταία στιγμή».

Το βαθύ σκοτάδι έδωσε την ευκαιρία στα γυναικόπαιδα και τους αντάρτες να κρυφτούν σε μια βαθιά σπηλιά.

Ωστόσο έπρεπε να λάβουν άμεσα αποφάσεις αφού και επαρκή πυρομαχικά δεν υπήρχαν, αλλά και επειδή υπήρχε κίνδυνος εγκλωβισμού τους από τους Τούρκους, με το πρώτο φως της ημέρας.

 Τελικά αποφασίζεται να διαφύγουν μέσα στο σκοτάδι, περνώντας κοντά από τις τουρκικές γραμμές.

Ωστόσο υπήρχε ένας αστάθμητος παράγοντας.

Τα βρέφη που είχαν μαζί τους και με το ξαφνικό κλάμα τους θα μπορούσαν να προδώσουν την προσπάθεια διαφυγής τους, με ολέθριο για όλους αποτέλεσμα.

Ήταν η πλέον τραγική στιγμή.

Όταν μοιραίες και απελπισμένες μάνες υπάκουσαν στη διαταγή και παρέδωσαν τα βρέφη τους στους αντάρτες, για να τα σφάξουν.

Ούτε να κλάψουν δεν μπόρεσαν εκείνες οι τραγικές μάνες, για να μη προδοθεί η θέση τους.

 Επτά βρέφη θυσιάστηκαν, προκειμένου να διαφύγουν και να διασωθούν τελικά 300 Έλληνες της Σάντας.

«… Πολλά παιδιά τότες, επειδή αι γυναίκες των δεν μπορούσαν να σταματήσουν τας φωνάς των παιδιών τους, και μη θέλοντας να χωρισθούν εξ ημών, τα σκότωσαν και τα άφησαν επί τόπου» γράφει ο Κουρτίδης στο ημερολόγιό του.

Όταν ξημέρωσε και οι Τούρκοι ξεκίνησαν την επιχείρηση εναντίον των ανταρτών, αντίκρισαν τα επτά βρέφη σφαγμένα και τρομοκρατήθηκαν.

Λέγεται πως ο ίδιος ο επικεφαλής μέραρχος ε έδωσε διαταγή για οπισθοχώρηση λέγοντας πως: «Άνθρωποι που σκότωσαν τα παιδιά τους είναι αδύνατον να πιαστούν και άρα είναι περιττό να μείνουμε άλλο εδώ».

Η Ελένη Νυμφοπούλου-Παυλίδου «έντυσε» με λόγια μία από τις πιο τραγικές στιγμές της Γενοκτονίας των Ποντίων, με «συμπρωταγωνιστή» στην αφήγηση τον οπλαρχηγός Ευκλείδη Κουρτίδη.

Η αφήγηση του Τάκη Βαμβακίδη, σε μουσική του Δημήτρη Πιπερίδη, για τα νήπια της Σάντας, συγκλονίζει.

Τα βάσανα και οι κακουχίες ωστόσο δεν τελείωσαν για τους Σανταίους, που με δύο αποστολές στη συνέχεια ακολούθησαν το δρόμο της εξορίας και του θανάτου προς την ενδοχώρα, την ίδια ώρα που οι αντάρτες του Ευκλείδη Κουρτίδη, συνέχιζαν τον αγώνα τους στα βουνά.

Ωστόσο η αρχή του τέλους είχε σημάνει και για την ηρωική και τραγική Σάντα.

Όσοι κάτοικοί της απέζησαν των διωγμών, ήταν οι τελευταίοι που έφτασαν πρόσφυγες και εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα το 1924.

Οι περισσότεροι στο Κιλκίς, όπου ίδρυσαν τη Νέα Σάντα.

Ανάμεσά τους και ο Ευκλείδης Κουρτίδης, ο Καπετάν Ευκλείδης όπως τον αποκαλούσαν με σεβασμό έως τον θάνατό του το 1937, οι συγχωριανοί του.

Διαβάστε επίσης εδώ: