2 Αυγούστου: Παγκόσμια Ημέρα Ρομά Ολοκαυτώματος

Τα τελευταία χρόνια έχουν γραφεί άρθρα και επιστημονικά κείμενα για το «Ολοκαύτωμα των Ρομά» από τους Ναζί.

Μάλιστα ένα πολύ μεγάλο τμήμα στο μουσείου του Άουσβιτς, εκεί όπου στις 2 Αυγούστου 1944, θανατώθηκαν σε θαλάμους αερίων 2.897 γυναίκες και παιδιά Ρομά καταγωγής, στο επονομαζόμενο «μπλοκ των γύφτων», είναι αφιερωμένο στον λαό των Ρομά.

Η 2η Αυγούστου αναγνωρίστηκε το 2015 από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ως η παγκόσμια ημέρα του Ρομά Ολοκαυτώματος. Ένα Ολοκαύτωμα ξεχασμένο και άγνωστο για πολλά χρόνια, μιας και μόλις το 1985 η Γερμανία αναγνώρισε πως οι διώξεις των τσιγγάνων κατά την διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, που στοίχισαν τη ζωή σε παραπάνω από 500.000 ανθρώπους, είχαν ως στόχο τον αφανισμό της φυλής των Ρομά.

Η ιστορική καταγραφή του Ολοκαυτώματος αποτελεί χρέος, προς έναν λαό που κακοποιήθηκε όχι μόνο ως προς τον τρόπο που του συμπεριφέρθηκαν επί Ευρωπαϊκού εδάφους, αλλά και ως προς την αποσιώπηση της ιστορίας, σε μια προσπάθεια υποβάθμισης των δεινών που είχαν οι Ρομά υποστεί και συνεχίζουν σε μεγάλο βαθμό να υφίστανται. 

Το κυνηγητό των Ρομά δεν ξεκινά κατά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο.

Σε χώρες όπως η Ισπανία, Ρουμανία, Γαλλία αλλά και Γερμανία, με ειδικά διατάγματα, βασιλικές εντολές, οι Ρομά διώκονταν από παντού και μπορούσαν να πουληθούν ως σκλάβοι ή να θανατωθούν.

Εξυπηρετούσαν ένα ολόκληρο σύστημα πλουτισμού που επιβίωνε εις βάρος των δούλων, με την αιτιολογία πως δεν είναι άνθρωποι.

Τον 19ο αιώνα ξεκίνησε να επικρατεί η άποψη πως οι ανθρώπινες φυλές δεν είναι παραλλαγή ενός και μοναδικού είδους – του ανθρώπινου.

Σε αυτό βοήθησαν ανθρωπολόγοι και επιστήμονες που νομιμοποίησαν το ρατσισμό (επιστημονικός ρατσισμός)(*).

Ήδη από τον 17ο και 18ο αιώνα υπάρχουν μελέτες (χωρίς καμία επιστημονική βάση) που κατατάσσουν τους Καυκάσιους στην ανώτερη βαθμίδα και τους Αφρικανούς στην κατώτερη.

Το κλίμα του αντιτσιγγανισμού γέννησε πολλά στερεότυπα και προκαταλήψεις, που συνεχίζουν μέχρι και σήμερα να καλλιεργούνται σε όλη την Ευρώπη.

Το 1886 ο καγκελάριος Μπίσμαρκ έστειλε μια επιστολή σε όλα τα Γερμανικά κρατίδια και συνέστησε την απέλαση των Ρομά από το Γερμανικό έδαφος.

Το 1899 άρχισε στην Γερμανία η πρώτη απογραφή και παρακολούθηση των Σίντι και Ρομά.

Συστάθηκε το «Κέντρο τσιγγανικής φυλής» με ερευνητές, μελετητές και κάθε σύγχρονο μέσο καταγραφής για το απόλυτο φακέλωμα των τσιγγάνων.

Το 1925, το Κέντρο μελετών είχε στην διάθεση του πάνω από 15.000 φακέλους καταγεγραμμένων Ρομά. Το 1938 στο Βερολίνο φτάνουν τα στοιχεία 34.000 Ρομά.

Το 1925 ο Γκέρκε ιδρύει το «Ίδρυμα Φυλετικής Στατιστικής», το οποίο διέθετε 500.000 φακέλους Εβραίων και Ρομά. Το 1936 ο Ρίτερ ιδρύει το «Τμήμα έρευνας φυλετικής καθαρότητας», το οποίο δίνει με την σειρά του την δικαιολογία που χρειάζονται οι Ναζιστές για την εξόντωση των Εβραίων και των Ρομά.

Μάλιστα ο Ρίτερ είχε στενές επαφές και συνεχή επικοινωνία με τα στρατόπεδα εξόντωσης. Δεκάδες επιστήμονες χρηματοδοτήθηκαν την εποχή του Ράιχ.

Μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, πολλοί ήταν αυτοί που έμειναν ατιμώρητοι για τα εγκλήματά τους με την αιτιολογία πως εκτελούσαν διαταγές.

Οι επιστήμονες ήταν ένα τμήμα αυτών που εξαιρέθηκαν, δεν τιμωρήθηκαν ποτέ και μάλιστα μετά το τέλος του πολέμου συνέχισαν την λαμπρή τους καριέρα εντός και εκτός Γερμανίας.

Ο Ρίτερ έγινε διευθυντής της υγειονομικής υπηρεσίας στην Φρανκφούρτη.

Μέχρι και σήμερα, δεν έχει φτάσει καμία έρευνα εις βάθος για το ρόλο της επιστήμης στην εξόντωση των Εβραίων και των Ρομά παρόλο που η Ερευνητική κοινότητα στην Γερμανία χρηματοδοτούσε τα πειράματα του Μέγκελε. 

Το «Τμήμα έρευνας φυλετικής καθαρότητας», με τις δημοσιεύσεις και τα συμπεράσματά του, έβαλε την επιστημονική βάση που δικαιολογούσε το φακέλωμα και τον εγκλεισμό των Ρομά σε στρατόπεδα, ως μια φυλή με βιολογική αντικοινωνική συμπεριφορά, που η συγκέντρωσή τους και τα μέτρα καταναγκαστικής εργασίας θα τους προσέφεραν την δυνατότητα ένταξης σε μια ασφαλή και καθαρή Γερμανία χωρίς αλήτες και παράσιτα.

Τα στρατόπεδα εργασίας ήταν μόνο η αρχή καθώς ακολούθησε η μαζική τους εξόντωση στα στρατόπεδα θανάτου. 

Οι τσιγγάνοι χρησιμοποιήθηκαν συστηματικά για πειράματα σε συνεργασία με μεγάλες εταιρίες και ινστιτούτα στην Γερμανία.

Γίνονταν δοκιμές στο σώμα τους για εμβόλια κατά της ευλογιάς, της δυσεντερίας, του τύφου, για αλοιφές και καλλυντικά.

Από αυτούς που χρησιμοποιήθηκαν ως ζωντανή εστία καλλιέργειας ιών, όσοι δεν πέθαιναν κατά την διάρκεια των πειραμάτων και επέζησαν, συνέχισαν να βιώνουν τις συνέπειες στην υγεία τους μέχρι το θάνατό τους.

Για να μην μπορέσουν να αναπαραχθούν και «μεταδώσουν το βιολογικό τους κουσούρι», στειρώνονταν.

Οι Γερμανοί για να νομιμοποιήσουν τις εκατοντάδες στειρώσεις, χρησιμοποίησαν το νόμο «περί πρόληψης αναπαραγωγής κληρονομικά αρρώστων απογόνων», που θεσπίστηκε στην χώρα το 1933.

Είναι άγνωστο πόσοι Ρομά θανατώθηκαν κατά την περίοδο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, με τις εκτιμήσεις να ξεκινούν από 500.000 και να φτάνουν μέχρι και το ένα εκατομμύριο. 

Οι Γερμανοί αρνήθηκαν να αναγνωρίσουν τους Ρομά ως θύματα του Ναζιστικού καθεστώτος, υποστηρίζοντας πως δεν εκδιώχθηκαν για ρατσιστικούς λόγους αλλά εξαιτίας της παραβατικής τους συμπεριφοράς!

Το 1963, το Ομοσπονδιακό δικαστήριο αναθεώρησε τις αποφάσεις αυτές και το 1985 το Γερμανικό κράτος αναγνώρισε επίσημα τους Ρομά ως θύματα των Ναζί, με τους περισσότερους να έχουν πεθάνει χωρίς να προλάβουν να δουν την δικαίωση τους.

Στα νεότερα χρόνια, οι Ρομά υπήρξαν θύματα της διάλυσης του Ανατολικού μπλοκ.

Στον πόλεμο που ακολούθησε στην πρώην Γιουγκοσλαβία, έπεσαν θύματα εθνοκάθαρσης, μιας και θεωρούνταν από όλες τις πλευρές πράκτορες του εχθρού.

Τα διαλυμένα Βαλκάνια τους βρήκαν φτωχότερους, χωρίς πρόνοια και φροντίδα, κυνηγημένους για άλλη μια φορά, να περιπλανιούνται από χώρα σε χώρα.

Μέχρι και σήμερα, η φολκλόρ εικόνα της φυλής που έχει ταλέντο στην μουσική και τον χορό, παρά το ότι αποτελεί ένα θετικό στερεότυπο, δεν βοηθά τους Ρομά να διηγηθούν την δική τους αλήθεια και να μας πουν ποιοι πραγματικά είναι και όχι ποιοι θέλουμε εμείς να είναι.

Στερημένοι για χρόνια δικαιωμάτων και υπηκοότητας, μόλις τα τελευταία χρόνια καταφέρνουν με σταθερό βήμα να καταγράψουν την δική τους ιστορία, παλιά και νεότερη, και να γίνουν τμήμα της Ευρωπαϊκής κουλτούρας, αποτελώντας μέχρι και σήμερα τη μεγαλύτερη εθνοτική μειονότητα, με τα χρόνια προβλήματα στέγης, εργασίας, υγείας, εκπαίδευσης, ίσης πρόσβασης και δικαιωμάτων να ταλανίζουν τη φυλή.

(*) Επιστημονικός ρατσισμός είναι η χρήση επιστημονικών τεχνικών και υποθέσεων με σκοπό τη δικαιολόγηση και υποστήριξη απόψεων σχετικών με τη φυλετική ανωτερότητα, κατωτερότητα και γενικότερα το ρατσισμό.

Ωστόσο, ο όρος διαφέρει από την επιστημονική μέθοδο, η οποία διερευνά τις διαφορές μεταξύ των φυλών.

Στη συστηματική ταξινόμηση, οι διαφορές μεταξύ των έμβιων ομάδων ερευνώνται χωρίς απαραίτητα να δηλώνεται η ανωτερότητα μιας ομάδας έναντι κάποιας άλλης.

Ο ρατσισμός (ή φυλετική υπεροχή) είναι ο επιπρόσθετος ισχυρισμός πως κάποιες φυλές είναι ανώτερες από κάποιες άλλες.

Διαβάστε επίσης για τον Κορονοϊό: