Τα «Κερδυλλιώτικα» του Μιχάλη Φαραζά: Γράφει ο Γιώργος Κυρμελής

Mία θαυμάσια μουσική πανδαισία που ακούσαμε,  λέμε αυτή ήταν ποίηση, το ίδιο κι ένας θαυμάσιος παραδοσιακός χορός  κλεφταρματωλών   κι αυτός  ποίηση-και είναι αλήθεια.

Η ποίηση η πραγματική είναι το μέγα σημείο αναφοράς των τεχνών, σημείο σύγκρισης. 

Κρατώ στα χέρια μου μια ποιητική συλλογή του Κερδυλλιώτη φίλου και πρωτόλειου  «ποιητή»  Μιχάλη Φαραζά. 

Ναι, δεν είναι Παλαμάς, δεν είναι Βαλαωρίτης, ούτε μοντέρνος πεζός. 

Δέν είναι πεζός ποιητής μά πεζοπορεί στίς ημιυπώρειες των Κερδυλλίων προσκυνώντας τα «καμένα» από τους κατοχικούς απάνθρωπους απόγονους των Γότθων Ναζιστές,  καταστροφείς και εμπρηστές των δυό πανάρχαων χωριών Άνω και Κάτω Κερδύλλια. 

Δεν είναι ποιητής ο Μιχάλης μα είναι Λάτρης -δεν είναι λίγο. 

Μετριούνται στα δάχτυλα των δύο χεριών μας οι λάτρεις του τόπου αυτού, της μεγάλης και των μικρών πατρίδων του καθενός μας.. 

Πεζοπορούσε και πεζοπορεί ακόμα και ο καημός του είναι άσωστος, είναι  μια πλημμύρα που τού φουσκώνει τα σπλάχνα  και τραγουδάει σιγανά αυτοσχεδιάζοντας στίχους. Με πάθος, με δάκρυα και πόνο, μά πιο πολύ με λατρεία, μια λατρεία πού πλησιάζει την ερωτική, βαθιά , ως τις ρίζες της ψυχής του. Αυτό το τεράστιο ψυχικό  πλούτος και βάρος το έβγαλε σιγοψιθυρίζοντας κάποιους στίχους ντύνοντάς τους με παλια τραγουδιστικα ακούσματα.. Σιγά-σιγά οι στίχοι  πλήθαιναν. Του άρεσαν, μά ντρεπόταν να τούς δείξει. – «Εγώ ποιητής;  άν  είναι δυνατόν, γράφω έτσι από μεράκι κι αγάπη στους παπούδες μας, για μένα γράφω». Κι όμως φαίνεται πώς πάτησε το πρώτο σκαλί της ακριβής ποίησης και κάτι φίλοι συναίνεσαν στην τιμή αυτή-καί του  έδωσαν κουράγιο. Δεν ήθελε πολύ:   η λατρεία  για  τους  «σκοτωμενους», ἐπιασε και τους ζωντανούς , μικρούς, μεγάλους και προπάντων γέροντες πού  από θαύμα γλύτωσαν το μεγά  ΚΑΚΟ και πρώτο  της 17 ΟκτώΒρη του 1941 του ολότελου εμπρησμού και  του θανάτου των 250  αθώων Κυρδυλλιωτών των δυό χωριών. 

Έτσι ο Μιχάλης μας στρώθηκε  και με κάποιες πιέσεις-πιστεύω κι απ΄ τη γυναίκα του-  τόλμησε να  τυπώσει την ποιητική αυτή συλλογή πού κρατάω, με τίτλο, τι άλλο από το λατρεμένο όνομα των τριών πλέον  Κερδυλλίων,  «Κ Ε Ρ Δ Υ Λ Λ Ι Ω Τ Ι Κ Α», από τις εκδόσεις  του ΕΛΕΥΘΕΡΟΥ ΒΗΜΑΤΟΣ Σερρών του Θέμη Πεταλωτή, που το επιμελήθηκε το ίδιος με περίσσιο κέφι και μεράκι.

  Θέλω να συγχαρώ το φίλο Μιχάλη  για τη δύσκολη δουλειά πού έκανε και κοπίασε  ρωτώντας τους λίγους εναπομείνατες Κερδυλλιώτες, υπέργερους πλέον και ψάχνοντας παντού , συλλέγοντας μαρτυρίες και μνήμες για όλες σχεδόν τις έκδήλώσεις των παλαιών εκείνων χρόνων, συνδυάζοντάς τες με τις νέες του καινούργιου χωριού. 

Αναπολεί και με ένάργεια παρουσιάζει  έθιμα, γεγονότα, εκδηλώσεις, περιγράφει πρόσωπα και δίνει μια όλοκληρωμένη περιγραφή με αίσθημα βαθύ και συγκίνηση ακόμη βαθυτερη μεταδίδοντας την στους σύγχρονους συμπατριώτες του. Δέν είναι, όπως είπα η μεγάλη ποίηση-είναι η ποιητική προσπάθεια, Μά πέρα από όλα είναι  το περίσσευμα της αγάπης πού είναι αβυθομέτρητο, πραγματική λατρεία για το μαρτυρικό του τόπο του ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑΤΟΣ και τούς  τωρινούς άνθρώπους του που μεγάλωσαν με το πένθος και το διαρκή καημό της απουσίας των πατεράδων, αδελφών και παππούδων.

    Μισοκερδυλλιώτης κι εγώ χαίρομαι χαρά μεγάλη και συγχαίρω το αγαπητό φίλο Μιχάλη για τη μεγάλη του προσφορά στο λατρεμένο  τόπο του. 

Κι όλοι οι συγχωριανοί του θα περιμένουν κι άλλο τέτοιο  ‘ακριβό»» δώρο.

Γιώργος Κυρμελής