ΝΗΠΙΑΓΩΓΕΙΟ ΑΡΝΗΘΗΚΕ ΕΓΓΡΑΦΗ ΠΑΙΔΙΟΥ ΜΕ ΣΥΝΔΡΟΜΟ DOWN!

Παράπονο ότι ιδιωτικός βρεφοκομικός σταθμός απέρριψε το παιδί τους επειδή είναι άτομο με σύνδρομο Down, υπέβαλαν οι γονείς του εν λόγω μαθητή, στις 19 Οκτωβρίου 2017, στην Επίτροπο Διοικήσεως και Προστασίας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Μαρία Στυλιανού – Λοττίδη.

Σε έκθεσή της την περασμένη Δευτέρα, αφού εξέτασε την υπόθεση, η Επίτροπος υπογράμμισε ότι η αιτιολογία που προβάλει ο σταθμός για τη στάση που κράτησε, είναι ανεπαρκής. Εντούτοις, η κ. Στυλιανού δεν προχώρησε στην επιβολή προστίμου, καθώς διαπιστώνει κενό στη νομοθεσία που ρυθμίζει τους τρόπους αντιμετώπισης παιδιών με αναπηρίες από τα νηπιαγωγεία, καλώντας στην άμεση διευθέτησή του.

Όπως σημειώνεται στην έκθεση, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των γονέων, η απόρριψη του παιδιού τους από τον παιδικό σταθμό στηρίζεται αποκλειστικά στο γεγονός ότι πρόκειται για άτομο με σύνδρομο Down. Μάλιστα, αναφέρουν ότι η διευθύντρια τούς υπέδειξε ότι το παιδί θα χρειαζόταν εξειδικευμένη φροντίδα από συνοδό, κάτι που ο σταθμός δεν μπορούσε να παράσχει, δεδομένου ότι ήταν υποστελεχωμένος.

Επιπρόσθετα, σημειώνουν ότι σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε μέλος του Παγκύπριου Συνδέσμου Συνδρόμου Down με τη διευθύντρια, εκείνη σχολίασε πως «δεν θέλει το μωρό επειδή είναι παχουλό». Θέση των γονέων ήταν ότι για το παιδί τους δεν απαιτείται καμιά «ειδική» μεταχείριση και ότι η άρνηση του σταθμού περιορίζει, κατά παράβαση της αρχής της ισότητας των ευκαιριών και της μη διάκρισης, τα δικαιώματα του παιδιού τους και την κοινωνική του ένταξη, η οποία αρχίζει ήδη από τη νηπιακή εκπαίδευση. Ο λόγος που επικαλούνται οι γονείς ότι προτιμούσαν τον εν λόγω σταθμό για το παιδί τους, ήταν η τοποθεσία.

Από την πλευρά του, ο νομικός σύμβουλος του βρεφοκομικού σταθμού ανέφερε σε απαντητική επιστολή προς την Επίτροπο ότι η διευθύντρια δεν απέρριψε το παιδί επειδή αυτό έχει σύνδρομο Down, κάτι το οποίο δεν αποτέλεσε ούτε και αποτελεί εμπόδιο στη φοίτησή του. Ωστόσο, αναφέρετε πως παρά το γεγονός ότι επρόκειτο για ένα παιδί 2,5 ετών, εντούτοις δεν περπατούσε μόνο του και ήταν υπέρβαρο για την ηλικία του.

Ισχυρίζεται, παράλληλα, ότι αυτός ήταν και ο λόγος που η διευθύντρια μίλησε για την προϋπόθεση συνοδού στους γονείς, δεδομένου μάλιστα ότι το παιδί θα εντασσόταν σε τάξη με παιδιά που περπατούσαν, αφού εκείνη με τα βρέφη ήταν πλήρης.

Οι γονείς διέψευσαν κατηγορηματικά τους ισχυρισμούς του παιδικού σταθμού, σε συνάντηση που είχαν για το θέμα με την Επίτροπο. Αντέτειναν μάλιστα ότι το παιδί τους στη διάρκεια της επίσκεψης στον σταθμό δεν ήταν σε καμία περίπτωση υπέρβαρο και ότι εκείνο έτρεχε στον χώρο.

Ανέφεραν, επιπρόσθετα, ότι η διευθύντρια δεν ήταν καν παρούσα στην επίσκεψή τους. Τελικά αναγκάστηκαν και έγραψαν το παιδί τους σε δημόσιο παιδοκομικό σταθμό της περιοχής, χωρίς να κριθεί αναγκαία οποιαδήποτε διαφορετική ρύθμιση και χωρίς το παιδί να γίνει δέκτης δυσμενών διακρίσεων.

Δεμένα τα χέρια της Επιτρόπου

Ως προς τη συγκεκριμένη περίπτωση, η Επίτροπος αναφέρει ότι «δεν έχω πειστεί από την αιτιολογία που έχει παράσχει η διεύθυνση του σταθμού και δεν αποκλείω η θέση που εξέφρασε να οφείλεται πράγματι σε λανθασμένη ή/και προκατειλημμένη αντίληψη σε σχέση με το σύνδρομο Down ή την αναπηρία ευρύτερα».

Η Επίτροπος προσθέτει ακόμη ότι παρά την ευχέρειά της να προχωρά σε επιβολή προστίμου ή σύσταση, εντούτοις σε αυτή την περίπτωση δεν θα το πράξει. «Τούτο διότι δεν μπορώ να παραγνωρίσω ότι στη νομοθεσία αναφορικά με την αντιμετώπιση από τους βρεφο-παιδοκομικούς σταθμούς των παιδιών με αναπηρίες υφίσταται ένα σημαντικό και ουσιώδες κενό, που δεν περιλαμβάνει ότι η παράλειψη λήψης ολιστικής δράσης και εξατομικευμένης αντιμετώπισης συνιστά για παιδιά ΑμεΑ, διάκριση».

Αναμένεται αλλαγή της νομοθεσίας

Την ύπαρξη κενού στη νομοθεσία που ρυθμίζει τους παιδοκομικούς σταθμούς και ιδίως τις περιπτώσεις μαθητών με ειδικές ανάγκες, διαπίστωσε η Επίτροπος με αφορμή τη συγκεκριμένη υπόθεση, τονίζοντας ότι εκκρεμεί σχετική νομοθεσία που ετοίμασαν οι Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας.

Η θέσπιση ενός ολιστικού και νομοθετικά κατοχυρωμένου πλαισίου φοίτησης, υπογραμμίζει η Επίτροπος, είναι απαραίτητη ώστε να διασφαλίζεται σε κάθε περίπτωση η εξατομικευμένη παροχή κατάλληλης φροντίδας και η πλήρης συμπερίληψη χωρίς διακρίσεις των παιδιών με αναπηρίες στις προσχολικές δομές και κοινότητες.

«Με τον τρόπο αυτό θα επιτυγχάνεται και θα διευκολύνεται η ομαλή μετάβαση των παιδιών με αναπηρίες στην Προδημοτική και Δημοτική Εκπαίδευση, αλλά και η συνολική ένταξή τους στην κοινωνία, καθώς επίσης και η αποτροπή και καταπολέμηση φαινομένων διαχωρισμών, αποκλεισμών και στερεοτύπων».

Σχολιάζει, παράλληλα, ότι το τροποποιητικό νομοθετικό πλαίσιο που ετοιμάστηκε από τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας, οι οποίες είναι και οι κατά νόμο υπεύθυνες για δημόσιους και ιδιωτικούς σταθμούς, παραμένει ακόμη σε εκκρεμότητα. Σε κάθε περίπτωση και παρότι το εν λόγω τροποποιητικό πλαίσιο είναι σαφώς βελτιωμένο σε σχέση με το ισχύον, έχω την άποψη ότι θα πρέπει να εξεταστεί πιο επισταμένα σε σχέση με τη συμβατότητά του προς τη Σύμβαση του ΟΗΕ για τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρίες και, σε περίπτωση που αυτό δεν έχει συμβεί ήδη, να τεθεί σε διαβούλευση με όλες τις ενδιαφερόμενες οργανώσεις ατόμων με αναπηρίες. Η έκθεση της Επιτρόπου εστάλη στο υπουργείο Εργασίας, καθώς επίσης και στο υπουργείο Παιδείας και στο τμήμα Κοινωνικής Ενσωμάτωσης Ατόμων με Αναπηρίες.

via