Ο διακονητής των λεπρών -Του Μάρκου Μπόλαρη

Με περίμενε στο αεροδρόμιο του Ελληνικού.

Αγκαλιαστήκαμε.

Φορτώσαμε την αποσκευή. 

Είχαμε να βρεθούμε από το Σικάγο.

Πρίν βάλει μπροστά την μηχανή γύρισε και με κοίταξε διερευνητικά.

Κάτι ήθελε να ρωτήσει.

– Πές μου, τον πρόετρεψα.

– Φοβάσαι τους λεπρούς, ρώτησε.

Αιφνιδιάστηκα .

– Ποιούς λεπρούς , αναρωτήθηκα εκφώνως.

Υπάρχουν λεπροί σήμερα , επέμενα ξαναρωτώντας .

Κι ύστερα , γιατί με ρωτάς ; 

Εσύ είσαι γιατρός !

Εσύ τους φοβάσαι ; 

– Θέλεις να πάμε στο Νοσοκομείο Λοιμωδών, μου πρότεινε προσπερνώντας όλες τις δικές μου επιφυλάξεις , που προσπαθούσα να κρύψω πίσω από τις ερωτήσεις μου.

– Να πάμε, απάντησα, έχοντάς του απεριόριστη εμπιστοσύνη. Γιά να το προτείνεις υπάρχει λόγος !

Καθώς οδηγούσε στην παραλιακή κι ύστερα κινήθηκε προς την Αγία Βαρβάρα, μου εξήγησε εν περιλήψει όλα τα σχετικά με την λέπρα, τους λεπρούς, τον Χάνσεν και τους χανσενικούς, τα λεπροκομεία στην Αττική, την Χίο, την Σπιναλόγκα. 

Είχα μιά ασαφή εικόνα γιά τους αγώνες που απαιτήθηκαν προκειμένου να εξαλειφθεί αυτή η φοβερή αρρώστια, από τα εφηβικά διαβάσματα γιά τους αγώνες του εξαίρετου Ραούλ Φολερώ. Και νά ‘μαστε τώρα στο Νοσοκομείο Λοιμωδών, με την προτροπή του μοναδικού φίλου από το Πανεπιστήμιο στο Σικάγο, που σταθμεύει το αυτοκίνητο κάπου στον αυλόγυρο. 

Κατεβαίνω σε ένα περιβάλλοντα χώρο που δεν μοιάζει με Νοσοκομείο. Κοιτάζω τον γιατρό. Μάλλον απολαμβάνει τον αιφνιδιασμό μου. Αντιλαμβάνεται ότι στο πίσω μέρος του μυαλού ελλοχεύει ενδεχομένως ο φόβος, πιθανόν η επιφυλακτικότητα  και μόνον στο άκουσμα της φρικαλέας λέπρας. Ένα αχνό μειδίαμα  συγκρατημένο διακρίνεται στο πρόσωπό του.

Μειδίαμα συγκατάβασης.  

– Έλα , πάμε , θα δείς , με παρακινεί !

Κινούμαστε σε μιά μεγάλη αυλή. 

Σε μιά φτωχική συνοικία θα έλεγα. Μικρά ισόγεια σπίτια το ένα δίπλα στο άλλο, με μικρούς κήπους, γλάστρες, λουλούδια, τριαντάφυλλα, αγιοκλήματα, γιασεμιά, λεμονιές ! 

Όλα είναι πεντακάθαρα , τακτοποιημένα , παστρικά ! Ευωδιάζει ο τόπος !

– Και το Λοιμωδών , πού είναι , αναρωτήθηκα.

Δεν πρόλαβε να μου απαντήσει ο φίλος μου, ο γιατρός, τώρα ομότιμος καθηγητής καρδιολογίας του Αθήνησι Πανεπιστημίου, και βρεθήκαμε μπροστά σ’ ένα χαμόγελο !

Ένα ολοφώτεινο πρόσωπο, με παπαδικό ζωστικό, κατέβαινε τα δυό σκαλάκια ενός από τούτα τα φτωχικά φρεσκοασβεστωμένα σπιτάκια και έσπευδε σε προυπάντηση !

Είναι εικόνες που χαράζονται στο νού έντονα, αποτυπώνονται με βαθύτερες χαραγματιές από άλλες τις πιό καθημερινές ίσως, εικόνες που με άνεση μπορείς να τις ανακαλέσεις όσα χρόνια κι εάν περάσουν !

Η εναλλαγή των συναισθημάτων και των καταστάσεων ήταν πυκνή κι έντονη , έτσι ώστε τον αρχικό αιφνιδιασμό, την αρχέγονη φοβία, την επιφυλακτικότητα της άγνοιας, την απρόσμενη εικόνα της γειτονιάς του πρώην λεπροκομείου την διαδέχτηκε αυτό το χαμογελαστό , το φωτεινό πρόσωπο που με ανοιχτές αγκαλιές μας υποδεχόταν στην ενορία του ! 

– Ο παπά Ευμένιος, σύστησε ο γιατρός.

Δεν κατάλαβα πότε βρεθήκαμε στη μικρή βεράντα ενός από τα κουκλόσπιτα αυτά , πότε βγήκαν οι καρέκλες, πότε μας τράταραν το καφεδάκι και γλυκό κουταλιού, πότε συνάχτηκαν γύρω μας οι ηλικιωμένοι πρώην λεπροί, με εμφανέστατα τα σημάδια από την φρικώδη αυτή ασθένεια, άλλος λιγότερο άλλος περισσότερο, πότε άρχισε μιά όμορφη συζήτηση γιά τα καθημερινά, γιά τα ιατρικά, γιά τα λουλούδια και τους κήπους, γιά την εκκλησιά τους …

Λέει η παροιμιώδης έκφραση, έπεσα από τα σύννεφα !

Ο φόβος και το κούμπωμα της ψυχής είχαν αποχωρώντας δώσει τόπο σε μιά αίσθηση αγαλλιάσεως, αφού αυτοί οι ταπεινοί και καταφρονεμένοι της κοινωνίας, γιά να θυμηθώ τον μέγιστο Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι,  είχαν δημιουργήσει μιά ατμόσφαιρα φιλίας, ειλικρίνειας, αγάπης ! Με έκαναν να αισθάνομαι ότι με γνωρίζουν από παλιά, ότι συμμετέχω σε μιά συζήτηση που είχαμε αρχίσει παλιότερα και τώρα μας ξαναδόθηκε η δυνατότητα να την συνεχίσουμε. Είπαμε και λίγα νομικά, λίγα  του κληρονομικού δικαίου. 

Κι ήταν όλη αυτή η εκλεκτή ομόγυρις, όλοι τούτοι οι πρώην λεπροί που θεραπεύτηκαν με την παρασκευή του φαρμάκου, οι κάτοικοι της απομονωμένης αυτής φτωχικής  συνοικίας μέσα στον περιφραγμένο χώρο της έκτασης του Νοσοκομείου Λοιμωδών, και στριφογύριζε στο μυαλό μου  μιά εκπληκτική επισήμανση του Οδυσσέα Ελύτη, ο οποίος στα Ανοιχτά Χαρτιά,  μνημονεύει αυτές τις λέξεις της σμίκρυνσης που χρησιμοποιούσαν οι παλιότεροι, λέξεις όπως το σπιτάκι, το αυλιδάκι, το δωματιάκι, το κουζινάκι, το βαρκάκι, λέξεις που έφερναν τα πράγματα του περιβάλλοντός μας σε πιό ανθρώπινες διαστάσεις, λέξεις που έδιναν μιά αγαπητική διάσταση στά άψυχα και τα καθιστούσαν ερωτεύσιμα !

Ναί, γύρω μας ήταν σπιτάκια, αυλιδάκια, κηπάκια, δωματιάκια, μπαλκονάκια, λουλουδάκια ως σύνθεση ωραιότητας !

Και στο μέσο αυτής της όμορφης σύνθεσης ή κάλλιον ειπείν, στο κέντρο αυτής της ωραίας σύναξης  ο παπά Ευμένιος, με το φτωχικό του ράσο και το φωτεινό του χαμόγελο,  ο κρητικός καλόγερος, που αφού θεραπεύτηκε από την λέπρα, με εμφανή σημάδια της λεοντίασης, χωρίς όμως καμιά απολύτως σωματική αναπηρία από αυτές που σώρευε η λέπρα σ’ όσους έπληττε, αποφάσισε να μην  επιστρέψει στο Μοναστήρι του, να μην αναλάβει ενορία εκτός , αλλά επέλεξε εκουσίως να παραμείνει στην γειτονιά των πρώην λεπρών, στο περιτοιχισμένο χώρο του Λοιμωδών, σαν παπάς και σαν διακονητής, όν τρόπον επισυνάγει όρνις τα νοσσία εαυτής υπό τας πτέρυγας, σαν λειτουργός και σαν βοηθός τούτης της απομονωμένης από την κοινωνία ομάδας των αποθεραπευμένων λεπρών !

Είναι γραμμένες κάπου στα παλιά μας βιβλία ιστορίες και συναξάρια γιά σαλούς, που από την πολλή αγάπη άγιασαν ! 

Τέτοιος μου φάνηκε τότες κι ο Ευμένιος ! Φωτεινός και σαλεμένος, αλλά  αφοσιωμένος , δοσμένος στη διακονία αυτών των ταπεινών και καταφρονεμένων, αυτών  που γλύτωσαν από την λέπρα , αλλά τους φοβόταν η κοινωνία μας, ενστικτωδώς και παραλόγως; και γιαυτό τους είχε περιορίσει πίσω από το ντουβάρι , τον μαντρότοιχο εννοώ του Νοσοκομείου Λοιμωδών !

Εκεί άλλωστε είχαν μετακομίσει κι οι εναπομείναντες ζωντανοί, σακατεμένοι οι περισσότεροι από την ανθρωποβόρα αρρώστια, από τα λεπροκομεία της Σπιναλόγκας και της Χίου.

Είχα το προνόμιο να ξαναντικρίσω τούτο τον απλό κι αγράμματο διακονητή των λεπρών, να λουστώ στο φώς του προσώπου του, τον παπά Ευμένιο, να γευτώ, τόσο δά λίγο, μά τι χαρά , το καταστάλαγμα της σοφίας του, μιάς σοφίας που γεννήθηκε στον πόνο της λέπρας, στην πίκρα της περιφρόνησης, στον κατατρεγμό του αποκλεισμού, στην κορύφωση της απελπισίας, στους ποταμούς των δακρύων κι ύστερα, ως χρυσός εν χωνευτηρίω δοκιμασμένη κάτω από τους χτύπους του σφυριού, εξαγνίζεται,  ανθίζει, λουλουδιάζει, καρποφορεί, αγιάζεται !

Σήμερα , στις 23 του Μάη , τούτο τον κρυμμένο διακονητή των λεπρών , τον φωτεινό καλογερόπαπα του Λοιμωδών, που συγκέντρωνε κοντά του λαό και μοίραζε αφανώς και μυστικώς χειροπιαστές τις φέτες της έμπρακτης αγάπης του, τον ως στρουθίον μονάζον επί δώματος φτωχούλη του Θεού, 

τον Όσιο Ευμένιο, 

τον γιόρτασε η Ορθόδοξη Εκκλησία , μετά από την πρόσφατη απόφαση της αγιοκατάταξης του Οικουμενικού Πατριαρχείου,

είκοσι τρείς χρόνους μετά την κοίμησή του.

Καθώς εμείς , κι ο γράφων, 

ως καθώς πρέπει άνθρωποι , άλλοι δήθεν κι άλλοι στ’ αλήθεια, 

δεν περισσεύουμε καιρό γιά σαλότητες, παρά μόνον ασχολούμαστε με τα σοβαρά της καθημερινότητας μας, 

το φωτεινό χαμόγελο του διακονητή των λεπρών, του παπά Ευμένιου, από την Εθιά των Αστερουσίων, απαράγραπτα ζωγραφισμένο σαν παλιά ζουγραφιά στον τοίχο του μυαλού μου, μου φαίνεται πώς φωτίζει σαν ένα κεράκι στο σκοτάδι !

Την ευχή του νά ‘χουμε !