Σαν σήμερα, το Τελευταίο ταξίδι του Κώστα Καρυωτάκη

Πώς κυλούσε μια τυπική ημέρα για έναν ποιητή, όπως ο Κώστας Καρυωτάκης; Ποιες συνήθειες ακολουθούσε και τι λάτρευε να κάνει στον ελεύθερο του χρόνο, ο πιο μελαγχολικός ποιητής όλων των εποχών, πέρα από το να γράφει ποιήματα;

Στις 21 Ιουλίου 1928, ο Κώστας Καρυωτάκης παραγγέλνει βυσσινάδα σε ένα καφενείο στην Πρέβεζα, καπνίζει ένα τσιγάρο και στις 4.30 το απόγευμα, κάτω από έναν ευκάλυπτο, στρέφει το πιστόλι που έχει μαζί του στην καρδιά του και αυτοκτονεί.

Πολλοί τον χαρακτήριζαν «απαισιόδοξο» και «μηδενιστή». Πίσω από κάθε ποίημα του, ξεχείλιζαν συναισθήματα και ένας ορμητικός έρωτας για εκείνη την κοπέλα με τα «μαύρα μάτια και το εντυπωσιακό κορμί», τη Μαρία Πολυδούρη μέχρι τη στιγμή που σίγησε για πάντα, στις 21 Ιουλίου του 1928. Ο Κώστας Καρυωτάκης μέχρι τα 31 του χρόνια, κατάφερε να γίνει ένας καταξιωμένος ποιητής, βγάζοντας μεγάλη συναισθηματική φόρτιση πίσω από κάθε του στίχο.

Ο ποιητής της κοινωνικής αμφισβήτησης έβαλε τέλος στη ζωή του με ένα μικρό μαύρο πιστόλι που είχε αγοράσει λίγο νωρίτερα από οπλοπωλείο της Πρέβεζας όπου ζούσε τον τελευταίο μήνα της ζωής του. Μαζί με το όπλο, βρέθηκε στην τσέπη του κι ένα χειρόγραφο σημείωμα με ποιητικές τους συλλογές.

Όμως, δεν ήταν όλη του η ζωή τα ποιήματα. Όπως, όλοι μας, είχε κι εκείνος συνήθειες, μια εργασιακή ρουτίνα που τον διέλυε λίγο- λίγο και κάποια χόμπι που δεν σταματούσε να κάνει ποτέ.

Η σημαντικότερη ίσως, λογοτεχνική φωνή που ανέδειξε η γενιά του 1920, δεν φοβόταν να καταγγείλει τις παθολογίες της τότε κοινωνίας και πρώτα από όλα τη δική του πεζή καθημερινότητα.

Με την αυτοκτονία του μάλιστα, δημιούργησε τον «Καρυωτακισμό», ένα είδος φιλολογικής μόδας που ενσωματώθηκε και έδωσε άλλη πνοή στη νεοελληνική ποίηση.

«Κάποιες βραδινές ώρες, που η πικρία και η μοναξιά δεσπόζουν στην ψυχή μας, τα «Ελεγεία και Σάτιρες» μας περιμένουν κάτω από την αρχαία λάμπα. Τέτοιες στιγμές δε θα λείψουν ποτέ απ’ τη ζωή μας. Μαζί μ’ αυτές θα ζει για πάντα κι ο Καρυωτάκης», Γιάννης Ρίτσος

Ο Κώστας Καρυωτάκης ήταν δημόσιος υπάλληλος και πολύ λίγοι υποψιάζονταν πως ήταν ποιητής. Εμείς όμως υποψιαζόμαστε πως στον χρόνο που αφιέρωνε στη δουλειά του, συχνά ονειροπολούσε μέχρι να έρθει η ώρα να βυθιστεί στους στίχους και σιτς σελίδες των ποιημάτων του.

Ήταν μετρημένος, σοβαρός και η σοβαρότητά του αυτή, πήγαζε από την ψυχική του κούραση, με αποτέλεσμα η ίδια να έχει γίνει φυσικό του γνώρισμα.

Μάλιστα, ο ποιητής έκανε υπερβολική αυτοανάλυση και πολλές φορές, ένιωθε ξένος από τον κόσμο.

Είχε τα χαρακτηριστικά ενός εσωστρεφή ανθρώπου, που τον έκαναν παράλληλα σαγηνευτικό στα μάτια των γυναικών.

Τα υπαρξιακά του αδιέξοδα αποτυπώνονταν εύστοχα στο χαρτί ενώ το μεγαλύτερο του χόμπι ήταν η σκιτσογραφία. Λάτρευε να κάνει διαρκώς σκίτσα, έχοντας στο στόμα του ένα τσιγάρο και ανακαλύπτοντας μονίμως έναν νέο εαυτό, μια διαφορετική πτυχή της προσωπικότητας του που αντέκρουε την αμέσως επόμενη.

Οι χαμηλοί τόνοι, η επίκληση της παιδικής αθωότητας, και η έντονη αίσθηση της μοναξιάς ήταν παντού πίσω από το όνομά του.

Ο Καρυωτάκης ήταν γοητευτικός στην εμφάνιση, αλλά ως χαρακτήρας ήταν μάλλον κλειστός, μελαγχολικός, απαισιόδοξος και ανασφαλής.

Ο μεγάλος έρωτας της ζωής του, η Μαρία από την άλλη ήταν μια χειραφετημένη γυναίκα, που συνήθιζε να καπνίζει, να πίνει αλκοόλ, να κάνει παρέα με άντρες και να συνομιλεί μαζί τους ως ίση προς ίσους, πράγμα αδιανόητο για τα ήθη της εποχής.

Οι δυο τους ήταν πολύ πρωτοποριακοί για την εποχή τους και λάτρευαν αυτό στο οποίο ήταν καλοί. Αλλά, έτσι δεν συμβαίνει με τους πιο σημαντικούς ποιητές;

Ακολουθεί το ποίημά του με τίτλο “Τελευταίο ταξίδι”.

Καλό ταξίδι, αλαργινό καράβι μου, στου απείρου
και στης νυχτός την αγκαλιά, με τα χρυσά σου φώτα!
Να ‘μουν στην πλώρη σου ήθελα, για να κοιτάζω γύρου
σε λιτανεία να περνούν τα ονείρατα τα πρώτα.

Η τρικυμία στο πέλαγος και στη ζωή να παύει,
μακριά μαζί σου φεύγοντας πέτρα να ρίχνω πίσω,
να μου λικνίζεις την αιώνια θλίψη μου, καράβι,
δίχως να ξέρω πού με πας και δίχως να γυρίσω!